Γιατί ο Ολυμπιακός σήμερα θυμίζει πράγματι τον Παναθηναϊκό του Ομπράντοβιτς

Είναι άραγε ο σύγχρονος Ολυμπιακός, ίδιος με τον Παναθηναϊκό του Ομπράντοβιτς όπως είχε ισχυριστεί ο Γιάννης Γκαγκαλούδης; Γράφει ο Άκης Κατσούδας.

Share it: Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+

Αν μπορούσαμε να χωρίσουμε την πορεία του Ολυμπιακού τόσο στην Euroleague όσο και στο ελληνικό πρωτάθλημα από το 2000 και ύστερα, τότε θα τη διακρίναμε σε 2 περιόδους. Πρώτη, τα χρόνια πριν το 2012 όταν ο Ολυμπιακός κατείχε τη ρετσινιά του loser καθώς δεν κατάφερνε να παίρνει τίτλους, εκτός βέβαια από κατακτήσεις κυπέλλων, τα οποία επί της ουσίας πέρα από ένα πρόσκαιρο ψυχολογικό ανέβασμα δεν προσέφεραν κάτι άλλο. Δεύτερη, από το 2012 και ύστερα όταν το κοουτσάρισμα του Ντούσαν Ίβκοβιτς έφερε ένα διαφορετικό αέρα στον Ολυμπιακό με αποτέλεσμα μέσα σε μια 5ετία, και έχοντας αλλάξει έκτοτε 3 προπονητές, να γίνει μία από τις κορυφαίες και πιο σταθερές ομάδες της Ευρώπης. Ποια είναι, λοιπόν, τα χαρακτηριστικά που οδήγησαν στην ερυθρόλευκη εκτόξευση και γιατί αυτά φαίνεται πως ταιριάζουν μ εκείνα του Παναθηναϊκού του Ζέλικο Ομπράντοβιτς;

Ο ελληνικός «κορμός»

Ο Ολυμπιακός είναι μία από τις λίγες ευρωπαϊκές ομάδες οι οποίες διαθέτουν ένα αρκετό μεγάλο ποσοστό γηγενών παικτών στο ρόστερ τους. Όλα αυτά τα χρόνια ο Ολυμπιακός, ας μη γελιόμαστε, στηρίχθηκε και συνεχίζει να στηρίζεται σε έναν ελληνικό κορμό από έμπειρους και νεώτερους Έλληνες παίκτες, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα όταν το απαιτούσαν οι καταστάσεις να τραβήξουν μόνοι τους την ομάδα- ποιος άραγε ξεχνάει τον τελικό της Πόλης στον οποίο οι Αμερικανοί παίκτες του Ολυμπιακού είχαν «χάσει τα αυγά και τα πασχάλια» και αν δεν ήταν οι Έλληνες παίκτες, ακόμη και οι rookies, δε θα βλέπαμε αυτήν την ανατροπή-.

Αυτή η συγκεκριμένη τακτική φαίνεται να συνεχίζεται μέχρι σήμερα, καθώς και φέτος ο Ολυμπιακός διαθέτει στη δωδεκάδα του- γιατί αυτό είναι το μέτρο σύγκρισης διότι στο ρόστερ μπορεί να υπάρχουν αρκετοί Έλληνες, ιδιαίτερα νέοι, οι οποίοι ουσιαστικά είναι ανενεργοί- 6 με 7 Έλληνες παίκτες, κάτι που σημαίνει πως περισσότερο από το 50% της ομάδας που αγωνίζεται στα κρίσιμα ματς τόσο της Euroleague όσο και του πρωταθλήματος αποτελείται από Έλληνες μπασκετμπολίστες. Απ αυτούς οι 5, μάλιστα, έχουν διευρυμένους ρόλους και επηρεάζουν άμεσα το παιχνίδι της ομάδας. Και μιλάμε βεβαίως για τον Βασίλη Σπανούλη, τον Γιώργο Πρίντεζη, τον Βαγγέλη Μάντζαρη, τον Κώστα Παπανικολάου και τον Ιωάννη Παπαπέτρου, οι οποίοι σε περίπτωση που δεν είναι σε καλή μέρα είναι αρκετά πιθανό πως συνολικά η ομάδα θα βρεθεί μπροστά στο ενδεχόμενο της ήττας.

Μεταξύ, όμως, αυτών των παικτών, βρίσκονται Έλληνες παίκτες, όπως ο Βασίλης Σπανούλης και ο Γιώργος Πρίντεζης, οι οποίοι ανήκουν στην ελίτ του ευρωπαικού μπάσκετ έχοντας την ικανότητα να πάρουν στα χέρια τους τη μπάλα και να βάλουν μεγάλα καλάθια όταν αυτή «ζεματάει». Παίκτες ηγέτες που μπορούν να οδηγήσουν την ομάδα σε κρίσιμες νίκες τον Μάιο και τον Ιούνιο. Ποιος άραγε λησμονεί το πεταχτάρι και το τρίποντο του «Άγιου» Γεωργίου Πρίντεζη σε Πόλη και ΣΕΦ αντίστοιχα και από την άλλη το σφυροκόπημα στο τελικό με τη Ρεάλ Μαδρίτης στο Λονδίνο, τον ημιτελικό με τη Τσσκα Μόσχας στο final 4 της Μαδρίτης αλλά και τα περσινά buzzer beater τρίποντα στο ΟΑΚΑ, τα οποία έδωσαν το τρόπαιο του πρωταθλητή Ελλάδος στον Ολυμπιακό, από πλευράς Kill Bill.

Αυτή, ακριβώς, η πληθώρα και η ποιότητα Ελλήνων παικτών στον Ολυμπιακό όλα αυτά τα χρόνια από το 2012 και ύστερα θυμίζει αρκετά τα ρόστερ του Παναθηναϊκού κατά την προηγούμενη δεκαετία όσο και τις αρχές αυτής που διανύουμε. Ο Ομπράντοβιτς, λοιπόν, ήταν αυτός που είχε στη διάθεσή του τότε την αφρόκρεμα των Ελλήνων παικτών καθώς δεν είναι λίγο να διαθέτει κανείς κατά καιρούς παίκτες στο ρόστερ του σαν τον Δημήτρη Διαμαντίδη, ο οποίος έλυνε και έδενε στον Παναθηναϊκό, τον μέχρι τότε πράσινο Βασίλη Σπανούλη- που είχε κατακτήσει, μάλιστα, και το βραβείου του MVP στο final 4 του 2009-, τον Κώστα Τσατσαρή, τον Νίκο Χατζηβρέττα, τον Αντώνη Φώτση, τον Φραγκίσκο Αλβέρτη και τον Δήμο Ντικούδη, οι οποίοι, ουσιαστικά, εκείνη την εποχή πλαισίωναν και την εθνική ομάδα όταν αυτή έφτανε στις μεγάλες της επιτυχίες. Ο Ομπράντοβιτς μαζί με το συνεργάτη του Δημήτρη Ιτούδη είχαν καταφέρει να φτιάξουν μια ομάδα η οποία σχεδόν κάθε χρόνο ήταν στο final 4 και κυρίως μια ομάδα νικητή που όταν έφτανε στα τελικά δεν έχανε σχεδόν ποτέ. Αυτή τη σκυτάλη φαίνεται πως μετά την αποχώρηση του Ομπράντοβιτς από το ΟΑΚΑ πήρε ο Ολυμπιακός, ο οποίος έκτοτε έχει δημιουργήσει σύνολα που στηρίζονται σε Έλληνες μπασκετμπολίστες, οι οποίοι έχουν καταφέρει να δημιουργήσει ομάδες με το όμικρον κεφαλαίο.

Μέσα, λοιπόν, σ αυτό το πλαίσιο της ομαδικής λειτουργίας των κλαμπ τόσο ο Ολυμπιακός τώρα όσο και ο ΠΑΟ παλιότερα είχαν καταφέρει να εντάξουν στο σύνολο παίκτες, συνήθως Αμερικάνους, προσαρμόζοντας το παιχνίδι τους με τέτοιο τόπο ώστε να αποτελούν κι αυτοί γρανάζι του συνολικού συστήματος. Τρανταχτό παράδειγμα η περίπτωση του Ντάνιελ Χάκετ που έφτασε στον Πειραιά για να καλύψει το κενό που άφησε ο Κώστας Σλούκας ο οποίος είχε μετακομίσει στην Κωνσταντινούπολη για χάρη της Φενέρ. Μαζί, όμως, με τον ίδιο στην Ελλάδα έφτασαν και πληροφορίες οι οποίες έκαναν λόγο για μια περίπτωση παίκτη με προβληματικό χαρακτήρα, ο οποίος δε θα μπορούσε να συμπορευτεί με τον Ολυμπιακό που είχε ως μότο του την ομάδα πάνω απ όλα. Όπως, λοιπόν, φάνηκε οι προβλέψεις κάθε άλλο παρά μέσα έπεσαν καθώς μέχρι τη στιγμή που υπέστη τον τραυματισμό στον αστράγαλο ήταν ένας από τους πιο παθιασμένους παίκτες της ομάδας που έφτανε μάλιστα στο σημείο να πανηγυρίζει όταν έβγαζε καλές άμυνες.

Ανάλογη ήταν και η περίπτωση του Ντρου Νίκολας, ο οποίος, ναι μεν, δεν είχε δείξει στοιχεία παραβατικής συμπεριφοράς πριν έρθει στον Παναθηναϊκό, είχε όμως τη ρετσινιά του παίκτη που δε νοιάζονταν να συμμετάσχει ενεργά στην αμυντική λειτουργία της ομάδας. Και εδώ, ακριβώς, φαίνεται πόσο μοιάζουν τελικά αυτές οι ομάδες καθώς ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς όχι απλά τον έμαθε να παίζει άμυνα μαζί με την υπόλοιπη ομάδα αλλά από την πλευρά του ο Ντρου Νίκολας του χάρισε και ένα ευρωπαικό το 2009 όταν ήταν ο αμερικάνος πάουερ φόργουορντ αυτός που εμπόδισε το Σισκάουσκας να κάνει το τελευταίο σουτ το οποίο θα έδινε τη νίκη και τον τίτλο στη ΤΣΣΚΑ.

Το μπασκετικό «ξύλο»

Αν ο σημερινός Ολυμπιακός μπορεί να χαρακτηριστεί για κάτι αυτό είναι το πάθος που δείχνουν οι παίκτες του τόσο στην άμυνα όσο και στην επίθεση. Ένα πάθος που αρκετές φορές οδηγεί την ομάδα του Γιάννη Σφαιρόπουλου να παίζει άμυνα στα όρια του φάουλ, όπως έχουν παρατηρήσει και αρκετοί προπονητές που έχουν αντιμετωπίσει την ομάδα του Πειραιά. Πρώτος ο πρώην προπονητής της Λαμποράλ, Βέλιμιρ Περάσοβιτς, πέρυσι εν όψει ενός ματς της ομάδας του με τον Ολυμπιακό είχε δηλώσει χαρακτηριστικά πως «Όταν παίζεις με τον Ολυμπιακό κάθε φορά στο τέλος είσαι εξαντλημένος, σωματικά και ψυχολογικά, είτε κερδίσεις, είτε χάσεις, γιατί ως αντίπαλος απαιτεί πολλή ενέργεια για να τον αντιμετωπίσεις και είναι πολύ σκληρή σαν ομάδα» με τον Δημήτρη Ιτούδη λίγες μέρες μετά να ασπάζεται τα λεγόμενα του συναδέλφου του και να κατακεραυνώνει τους διαιτητές της Euroleague, οι οποίοι, σύμφωνα, με τον ίδιο, δείχνουν ανοχή στο παιχνίδι του Ολυμπιακού που βασίζεται στην επαφή και το παιχνίδι κοντά στα όρια του φάουλ. Πιο πρόσφατο, μάλιστα, παράδειγμα οι δηλώσεις του προπονητή της Ούνιξ Καζάν, Εβγκένι Πασούτιν, μετά τη λήξη του αγώνας της ομάδας του με τον Ολυμπιακό ο οποίος επεσήμανε χαρακτηριστικά πως «οι παίκτες του Ολυμπιακού χρησιμοποιούσαν σε όλη τη διάρκεια του αγώνα τους αγκώνες τους».

Αυτή, ακριβώς, την εντύπωση που έχει δημιουργήσει πλέον ο Ολυμπιακός παρουσίαζε και ο Παναθηναικός του Ομπράντοβιτς, ο οποίος είχε δημιουργήσει μια ιδιαίτερα σκληρή front line, με πρωτεργάτη τον Μάικ Μπατίστ, που ουσιαστικά δημιουργούσε ένα άβατο μέσα στη ρακέτα του Παναθηναϊκού και ανάγκαζε τον απέναντι επιτιθέμενο να «φτύσει αίμα» για να σκοράρει ένα καλάθι.

Το ευρωπαικό status 

Ο Ολυμπιακός πριν το 2012 ήταν μια από τις ομάδες που σαφώς υπολογίζονταν από τους αντιπάλους της αλλά από την άλλη δεν τους δημιουργούσε τρόμο. Ήταν μια ομάδα, μάλιστα, που είχε χαρακτηριστεί από πολλούς loser καθώς δεν κατάφερνε, παρά το γεγονός πως είχε εξαιρετικά ρόστερ, να κατακτά πρωταθλήματα και Euroleague κι ας έφτανε τόσο κοντά. Για τη Euroleague, μάλιστα, ήταν αρκετά μεγάλη η απογοήτευση καθώς τόσο το 2009 όσο και την επόμενη χρονιά έφτασε στο final 4 ωστόσο και τις δύο φορές έχασε, την μία από τον Παναθηναϊκό στον ημιτελικό και την άλλη από την Μπαρτσελόνα του Πασκουάλ με κάτω τα χέρια στον τελικό.

Από την άλλη, όλα αυτά τα χρόνια, ο Παναθηναικός είχε εδραιώσει το όνομά του στην Euroleague με την πλειοψηφία μάλιστα δημοσιογράφων και παικτών να την παρουσιάζουν ως την καλύτερη ομάδα του 21ου αιώνα στον ευρωπαικό μπασκετικό χάρτη. Ανά δύο χρόνια, ο Παναθηναικός κατακτούσε τα ευρωπαικά τρόπαια (2007-2009-2011) ενώ από την άλλη σάρωνε και τους εντός Ελλάδας τίτλους, κάνοντας μάλιστα και triple crown δύο φορές (2007-2011).

Το ρου της ιστορίας για την Ολυμπιακό άρχισε να αλλάζει το 2012 όταν και κατέκτησε τη δεύτερή του ευρωπαική κούπα. Από τότε οι Πειραιώτες έχουν προσθέσει στο παλμαρέ τους μια ακόμη Euroleague- και μάλιστα back to back- όσο και πρωταθλήματα Ελλάδος, τα οποία, μάλιστα, τον έφεραν στη δεύτερη θέση με τα περισσότερα, αφήνοντας τρίτο τον Άρη που είχε μαζέψει αρκετά κατά την περίοδο δράσης των «διαστημικών» Γκάλη και Γιαννάκη.

Το νέο αυτό ευρωπαικό στάτους της ομάδας του Πειραιά φαίνεται πλέον και μέσω ερευνών που διοργανώνει η ίδια η Euroleague και στις οποίες ο Ολυμπιακός είναι ένα από τα φαβορί κάθε χρόνο για να βρεθεί στο final 4 και να διεκδικήσει το τρόπαιο. Χαρακτηριστικό το φετινό παράδειγμα της έρευνας της Euroleague που έδειξε πως ο Ολυμπιακός λογίζεται στις ομάδες που κατά πάσα πιθανότητα θα είναι στις 4 που θα αγωνιστούν για τον τίτλο στην Κωνσταντινούπολη.

Είναι λοιπόν, γεγονός πως οι δύο ομάδες πράγματι εμφανίζουν πολλά κοινά στοιχεία. Στοιχεία, όμως, που, πέραν των άλλων, δείχνουν πως το ελληνικό μπάσκετ έχει συνέχεια μέσα στα χρόνια, παραμένοντας στην ελίτ της Ευρώπης. Το ζήτημα, όμως, είναι αν μπορεί κάτι τέτοιο να έχει και μέλλον. Ίδωμεν…