Όχι, δεν έγινε ξαφνικά παιχτάρα ο Αζάρ!

Ο Βέλγος σταρ της Τσέλσι έχει ξεκινήσει με…»σπασμένα φρένα» την εφετινή σεζόν, με αποτέλεσμα η Τσέλσι να «μπαίνει» για τα καλά στα φαβορί για κατάκτηση της Premier League, και ο ίδιος να συγκαταλέγεται -δίκαια- μεταξύ των κορυφαίων. Το debut.gr σχολιάζει.

Share it: Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+

Αυτά που -μέχρι στιγμής- βγάζει στο χορτάρι ο Αζάρ, σε πολλούς προκαλούν εντύπωση, και εκρήξεις θαυμασμού. Σε άλλους πάλι, δείχνουν απολύτως φυσιολογικά. Ο λόγος; Ο Βέλγος, δεν έγινε «δια μαγείας» top class player, είναι ήδη εδώ και χρόνια, απλώς ο συγκεκριμένος προπονητής (Σάρι), το συγκεκριμένο σύστημα (4-3-3) και η φιλοσοφία του Ιταλού κόουτς (ποδόσφαιρο κυριαρχίας, δράσης και όχι αντίδρασης), αναδεικνύουν στο μέγιστο τις αρετές του 27 ετών εξτρέμ.

 

Πίσω στο 2012.

  Ήταν καλοκαίρι του 2012, όταν ο Ρόμαν Αμπράμοβιτς «έβγαζε» από την τσέπη περί τα 35.000.000 ευρώ, με προορισμό τη Γαλλική Λίλ, προκειμένου να «φέρει» στο Λονδίνο έναν επιθετικό μέσο, ονόματι Εντέν Αζάρ. Μια κίνηση, που ήδη από τις πρώτες του σεζόν, χαρακτηρίστηκε δικαιολογημένα ως «κίνηση ματ».

  Υπό τις οδηγίες του Ράφα Μπενίτεθ, του πρώτου προπονητή που συνάντησε στο προπονητικό κέντρο «Gobham», μέτρησε 41 συμμετοχές (σε όλες τις διοργανώσεις), μοίρασε 14 ασίστ, σκόραρε 9 φορές, και βοήθησε αρκετά τους «μπλε» στην κατάκτηση του Europa League (2-1 επί της Μπενφίκα) καθώς και στην κατάληψη της 3ης θέσης στο Αγγλικό πρωτάθλημα. Αν και τότε, η ομάδα διέθετε προσωπικότητες όπως οι Λάμπαρντ, Τέρι, Τσέχ κτλ, ο βραχύσωμος μέσος «κέρδισε» με το καλημέρα τη συμπάθεια και την αναγνώριση του κοινού της ομάδας του Λονδίνου. Όχι και άσχημα, αν αναλογιστεί κανείς πως η πρώτη σεζόν στο αγγλικό ποδόσφαιρο, από άποψη προσαρμογής κυρίως, είναι δύσκολη υπόθεση.

«Special» δίδυμο.

  Η δυσκολίες που…δεν αντιμετώπισε -τόσο- στην πρώτη του χρονιά, ήρθαν στη δεύτερη. Ο Ζοσέ Μουρίνιο επέστρεψε στο «Στάμφορντ Μπρίτζ» για δεύτερη φορά, με σκοπό να οδηγήσει -ξανά- το Λονδρέζικο κλάμπ στην κορυφή της Premier. Ωστόσο κάτι τέτοιο δε συνέβη. Η «αρμάδα» του Μουρίνιο, έμεινε 3η -πάλι- πίσω από Λίβερπουλ και Μάντσεστερ Σίτι, ενώ έφτασε στα ημιτελικά του UEFA Champions League, όπου αποκλείστηκε από την Ατλέτικο Μαδρίτης. Σαράντα-εννέα συμμετοχές, 17 γκολ και 10 τελικές πάσες, σίγουρα βελτιωμένα τα νούμερα, όχι το ίδιο όμως και η απόδοση (άλλωστε οι αριθμοί δε λένε πάντοτε την αλήθεια). Το πρόβλημα του Αζάρ, ήταν το στυλ παιχνιδιού του «Special one». Η διατήρηση του μηδέν πάνω απ’όλα, η παραχώρηση κατοχής και συνάμα πρωτοβουλιών στον αντίπαλο, και γενικότερα η παθητική στάση, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν «ευνοούν» τους παίκτες όπως ο Βέλγος. Αθλητές με άρτια τεχνική κατάρτιση, εκρηκτικότητα και…»δυσκολία» στο μαρκάρισμα. Ένα από τα θετικά πάντως, ήταν η ανάδειξή του ως κορυφαίου παίκτη για το σύλλογο (ψηφοφορία που γίνεται από τους παίκτες).

Η κορυφή είναι για κορυφαίους.

   Με την έναρξη της επόμενης σεζόν, ήρθαν και καλύτερες μέρες για το Βέλγο και την Τσέλσι. Σε μια χρονιά όπου η ομάδα που ανήκει στον Ρώσο μεγιστάνα κατέκτησε το εγχώριο «ντάμπλ», ο Αζάρ μεγαλούργησε. Οι «μπλε» ανέβηκαν στην κορυφή με οκτώ βαθμούς διαφορά από τη Μάντσεστερ Σίτι, ο Βέλγος αγωνίστηκε σε όλα τα ματς ( ! ) με 14 γκολ και 12 ασίστ, ενώ συνολικά είχε 19 και 16 αντίστοιχα, σε όλες τις διοργανώσεις. Μάλιστα, αν και δεν σκόραρε, στον τελικό του League Cup με αντίπαλο την Τότεναμ (2-0), ήταν εξαιρετικός, βοηθώντας τα μέγιστα για την κούπα. Οι εμφανίσεις του, η επιρροή του στο παιχνίδι της ομάδας, η αυξημένη αυτοπεποίθηση και ορισμένες φορές το «κουβάλημα της ομάδας’, δικαίως είχαν ως αποτέλεσμα την ανάδειξή του ως κορυφαίου παίκτη της Premier League (2014-2015). Παράλληλα, ψηφίστηκε για 2η συνεχόμενη χρονιά καλύτερος παίκτης της Τσέλσι, και έγινε -τότε- ο 5ος παίκτης στην ιστορία του συλλόγου που καταφέρνει κάτι παρόμοιο. Πλέον, συμπαίκτες, αντίπαλοι, προπονητές αλλά και το ευρύ κοινό, αναγνώριζαν τον Αζάρ ως έναν εκ των κορυφαίων ποδοσφαιριστών του πλανήτη.

Η σεζόν της αμφισβήτησης. 

  Μια χρονιά αναταράξεων, αποτυχιών, αλλαγών και αμφισβήτησης. Αυτές οι λέξεις συνοψίζουν την πορεία της Τσέλσι την ποδοσφαιρική σεζόν 2015-2016. Εν αρχή οι αριθμοί: 43 εμφανίσεις, 6 γκολ, 8 ασίστ. Η ομάδα τερμάτισε ακριβώς στη μέση της βαθμολογίας (10η), και συνεπώς έμεινε εκτός ευρωπαϊκών διοργανώσεων, αποκλείστηκε στους «16» της κορυφαίας διασυλλογικής διοργάνωσης, και έμεινε από νωρίς «έξω» στα εγχώρια κύπελλα. Ο Μουρίνιο απολύθηκε στα μέσα Δεκέμβρη (17/12/2015 συγκεκριμένα), ο Γκούς Χίτινγκ ανέλαβε, αλλά το «τρένο» είχε ήδη μπει στις λάθος ράγες. Πάμε και στον παίκτη. Ο Αζάρ χρειάστηκε 2.358 αγωνιστικά λεπτά, 30 αγώνες, για να πετύχει το πρώτο του τέρμα (από το σημείο του πέναλτι) το οποίο παράλληλα ήταν και το νο50 με τη «μπλε» φανέλα, στις 31 Γενάρη του 2016. Προηγήθηκε ένα…»τραγικό» τετράμηνο, με κακές εμφανίσεις, γκρίνια και φημολογούμενες λογομαχίες με τον Ζοσέ Μουρίνιο (υπό τις οδηγίες του οποίου αγωνίστηκε σε 125 από τα 136 διαθέσιμα παιχνίδια), ενώ το κερασάκι στην τούρτα ήταν οι επιβεβαιωμένες επαφές του με την Παρί Σεν Ζερμέν, μιας και ο Βέλγος διένυε ένα κακό διάστημα στο Λονδίνο. Τελικά, με την έλευση του Χίτινγκ, πείστηκε να παραμείνει, χωρίς ωστόσο να πραγματοποιήσει το μεγάλο «μπαμ» στο δεύτερο μισό της σεζόν.

Αρχή, το ήμισυ του παντός. 

  O επιτυχημένος στην Ιταλία, Αντόνιο Κόντε, ήταν ο εκλεκτός της διοίκησης της Τσέλσι, προκειμένου η ομάδα να επιστρέψει στην ελίτ του αγγλικού ποδοσφαίρου, και παράλληλα στην Ευρώπη. Ο πρώην προπονητής της Γιουβέντους, έδωσε στον Αζάρ το ρόλο του ηγέτη. Στην πρώτη αγωνιστική του πρωταθλήματος (νίκη 2-1 κόντρα στη Γουέστ Χαμ) , ο Βέλγος σκόραρε με πέναλτι, πραγματοποίησε μια εξαιρετική εμφάνιση, και άφησε υποσχέσεις για τη συνέχεια. Τι ακολούθησε; Αναδείχθηκε κορυφαίος παίκτης για το μήνα Σεπτέμβριο, και «παρέα» με τους Καντέ και Ντιέγκο Κόστα, «έφεραν πίσω» στο «Bridge» τον τίτλο του πρωταθλητή, πραγματοποιώντας μια όχι εντυπωσιακή, αλλά σίγουρα αποτελεσματική χρονιά (στην οποία η Τσέλσι είχε 13 σερί νίκες). Σίγουρα σε αυτό, βοήθησε και η αλλαγή συστήματος από τον Ιταλό τεχνικό (μετά από το ταπεινωτικό 3-0 από την Άρσεναλ), η οποία παρά το γεγονός πως είχε ως κύριο μέλημα την διασφάλιση του μηδέν, χάρη στην ύπαρξη πέντε χαφ, έδινε πολλές φορές  στον Αζάρ…»ασυλία» στο μαρκάρισμα, με αποτέλεσμα ο Βέλγος να «τα δίνει όλα» στο επιθετικό τρίτο, και να τελειώνει τη σεζόν με 17 γκολ (τα 16 στο πρωτάθλημα) και 7 ασίστ, σε 43 αγώνες. Τέλος, ο τίτλος του «Player of the Year» κατέληξε για 2η φορά στα χέρια του ως ανταμοιβή και αναγνώριση των όσων προσέφερε εντός των τεσσάρων γραμμών.

Η «επανάληψη» της ιστορίας.

   Μια σεζόν πρωταθλητές, μια σεζόν απογοήτευση. Η φράση αυτή μπορεί εύκολα να συνοψίσει τα τελευταία χρόνια για την Τσέλσι. Η δεύτερη σεζόν του Κόντε στον πάγκο του «Στάμφορντ Μπρίτζ» ήταν -σχεδόν- καταστροφική για τους «μπλε», και πολύ περισσότερο για την παραμονή του Αζάρ στο Λονδίνο. Τα νούμερα του δαιμόνιου winger δεν «έπεσαν», αφού είχε σε 52 αγώνες 17 τέρματα και 13 τελικές πάσες. Λογικό, αφού το μεγαλύτερο «βάρος» στην επίθεση, έπεφτε στους «ώμους» του. Ωστόσο, η μη αλλαγή φιλοσοφίας από τον Αντόνιο Κόντε (επέμεινε σε παθητική προσέγγιση των παιχνιδιών), το κακό κλίμα στα αποδυτήρια -ελεώ κόντρας «προπονητή-διοίκησης»- καθώς και η δίψα του για τίτλους (και κυρίως την κούπα με τα μεγάλα αυτιά), ωθούσαν τον Εντέν προς την έξοδο. Μάλιστα, το γεγονός πως οι «μπλε» τερμάτισαν 5οι, πράγμα που δε τους επιτρέπει συμμετοχή στο Champions League, φάνηκε να είναι η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της υπομονής του σούπερ-σταρ. (Η κατάκτηση του κυπέλλου κόντρα στη Γιουνάϊτεντ, ήταν απλώς μια «ευχάριστη νότα»).

Το κρίσιμο καλοκαίρι.

    Ο 27ρης άσος έφυγε για τη Ρωσία, με τη σκέψη πως μετά τη λήξη του Μουντιάλ, θα αποτελέσει παρελθόν από την Τσέλσι. Κατά τη διάρκειά του, «πήρε από το χέρι» την εθνική του ομάδα, πραγματοποίησε εξαιρετικές εμφανίσεις, σκόραρε 3 φορές και έδωσε 2 ασίστ, με το Βέλγιο να κατακτά την 3η θέση του κόσμου! Όλο αυτό που ακολούθησε μετά τη 14η Ιουλίου, ήταν απολύτως φυσιολογικό. Ρεάλ Μαδρίτης και Μπαρτσελόνα όντως ενδιαφέρθηκαν και προσέγγισαν τον παίκτη, με σκοπό να αποσπάσουν την υπογραφή του. Το δέλεαρ ήταν μεγάλο, αφού οι προτάσεις προέρχονταν από δύο εκ των φαβορί για την κατάκτηση του μεγάλου πόθου του, του UEFA Champions League. Ωστόσο, η πρόσληψη του Μαουρίτσιο Σάρι, ήταν καθοριστική. Ο πρώην τεχνικός της Νάπολι «έψησε» τον Βέλγο πως οι ιδέες του, το πλάνο του και η αγωνιστική του φιλοσοφία, θα ταίριαζαν με τα «θέλω» του παίκτη. Παράλληλα, ο 59χρονος κόουτς έδωσε λίγες έξτρα μέρες χαλάρωσης στον σταρ του, προκειμένου να αποφορτιστεί και ψυχολογικά από το δύσκολο καλοκαίρι που πέρασε. Του ξεκαθάρισε πως θα αποτελεί το «πρώτο βιολί», και το παιχνίδι της Τσέλσι θα βγάζει στο χορτάρι όλες του τις αρετές, ενώ ταυτόχρονα του έδωσε και το περιβραχιόνιο.

Πράγματα και θαύματα!

   Το σχέδιο του Ναπολιτάνου τεχνικού, μέχρι και τη στιγμή που γράφεται το κείμενο, είναι πέρα για πέρα πετυχημένο. Σε λιγότερο από τρείς ( ! ) μήνες, ο Σάρι έχει κατορθώσει να αλλάξει την αγωνιστική φιλοσοφία της Τσέλσι. Μια ομάδα που κατέκτησε τα πάντα, βασιζόμενη σε ένα πιο αυταρχικό και με έμφαση στην άμυνα πλάνο, πλέον θέλει την κατοχή, τη μπάλα στα πόδια, την πρωτοβουλία των κινήσεων. Το σύστημα άλλαξε από 3-4-3 σε 4-3-3, η Τσέλσι άρχισε να πιέζει ψηλά τον αντίπαλο, και όσο αφορά την ανάπτυξη, αυτή βασίζεται στις κοντινές μεταβιβάσεις, κάτι που σημαίνει γρήγορο transition. Το παιχνίδι αυτό, ευνοεί στο μέγιστο τον Αζάρ, ο οποίος επιθυμεί να παίρνει τη μπάλα στα πόδια, να δημιουργεί, να τρέχει (επιθετικά), να εκτελεί, και γενικότερα να αισθάνεται πως ο -εκάστοτε- αγώνας, μπορεί να κριθεί από τον ίδιο (και τους συμπαίκτες του φυσικά). Σε 8 αγώνες, ο 27ρης σταρ, μετρά ήδη 7 γκολ και 2 ασίστ, μεταξύ των οποίων και ένα τρομερό «σόλο», το οποίο έδωσε στην Τσέλσι τη νίκη-πρόκριση (για το League Cup) επί της Λίβερπουλ, μέσα στο «Άνφιλντ». Ένα γκολ, το οποίο χειροκροτήθηκε και από τους αντιπάλους, ένα γκολ απόδειξη της κλάσης αυτού του αθλητή. Της ικανότητάς του, της μαγείας του, της προσωπικότητας και των δυνατοτήτων του. Ένα γκολ που το χάρηκαν όλοι οι φίλοι του σπορ, ανεξαρτήτως προτίμησης. Αυτός είναι ο Εντέν Αζάρ. Αυτός ήταν και πριν, απλώς το σύστημα (κυριολεκτικά), δε του επέτρεπε σε τέτοιο βαθμό, να ξεδιπλώνει τις αρετές του. Αυτός θα είναι και ύστερα, ίσως και σε καλύτερη έκδοση. Και αν δεν είναι ο καλύτερος, σίγουρα είναι ο πιο φορμαρισμένος, αυτή τη στιγμή στο Νησί. Ίσως και στον κόσμο…..