Το φαινόμενο Ντόρτμουντ και οι τάσεις φυγής

Η Μπορούσια Ντόρτμουντ μπορεί να υπερηφανεύεται για δύο πράγματα, τους οπαδούς και την παραγωγή ποδοσφαιριστών. Τι φταίει όμως και οι Βεστφαλοί δεν μπορούν να κρατήσουν τους αστέρες τους;

Share it: Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+

Η Μπορούσια Ντόρτμουντ βρίσκεται σε μία παράξενη συγκυρία. Σε μία μεταβατική περίοδο στην οποία προσπαθεί να συνέλθει από την ίσως πιο επιτυχημένη 8ετία της ιστορίας της. Από την εποχή Κλοπ στην εποχή Τούχελ και την εποχή Μπος. Το τίμημα βέβαια είναι μεγάλο και όχι απλά οικονομικό αλλά και αγωνιστικό. Η μεταγραφική περίοδος των δύο προηγούμενων ετών έκλεισε με τους Βεστφαλούς να μετράνε απώλειες τόσο σε έμψυχο δυναμικό, όσο και σε ποιότητα.

Ο καλύτερος της αμυντικός και μέχρι πρότινος αρχηγός της ( Ματς Χούμελς), ο καλύτερός της μέσος (Γκιντογκάν) και ο πιο αποτελεσματικός της μεσοεπιθετικός (Μιχιταριάν) πουλήθηκαν, το ίδιο και ο πολλά υποσχόμενος Ντεμπελέ. Όλοι σε μεγαλύτερες ομάδες ακόμα και σε άμεσα ανταγωνιστικές. Το ερώτημα είναι απλό, γιατί η Ντόρτμουντ δεν μπορεί να κρατήσει τους καλύτερους ποδοσφαιριστές της και τι είναι αυτό που τους κάνει να φεύγουν;

Η απάντηση είναι περίπλοκη αλλά η πιο πιθανή είναι πως οι ποδοσφαιριστές της την βλέπουν πιο πολύ ως μία ομάδα-σκαλοπάτι για την καριέρα τους. Στην αρχή γίνονται μέρος της ομάδας και μαγεύονται από τον κόσμο της. Είναι γνωστό πως η Ντόρτμουντ έχει τον μεγαλύτερο μέσο όρο προσέλευσης σε όλη την Ευρώπη, με περίπου 81.178 θεατές μέσο όρο σε κάθε παιχνίδι και ένα εκπληκτικό στάδιο-στολίδι, το Βεστφάλεν. Ακόμα οι Βεστφαλοί έχουν έναν εξαιρετικό προπονητή, τον Πίτερ Μπος γνώστη και διαχειριστή των μικρών ηλικιακά ποδοσφαιριστών.

Ήταν στον πάγκο του Άγιαξ που πέρυσι έφτασε στον τελικό του Γιουρόπα Λιγκ μαζί με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ενώ έκλεισε αισίως 16 χρόνια στην Ερεντιβίζιε περνώντας από όλα τα κλιμάκια των ποδοσφαιρικών ομάδων των Ολλανδών. Όταν ο Γιούργκεν Κλοπ αναλάμβανε μία σχεδόν διαλυμένη ομάδα με καλές υποδομές κανείς δεν πίστευε ότι θα την μετέτρεπε σε μία καλοκουρδισμένη μηχανή, πράγμα το οποίο προσπάθησε να συνεχίσει και ο Τούχελ (ο οποίος απομακρύνθηκε για έναν περίεργο ρόλο, κυρίως λόγω της ιδιοτροπίας του) για να τον υποδεχτεί ο Μπος, που φέτος τα πάει περίφημα.

Την σεζόν ‘14-‘15 η Μπορούσια τερμάτισε 7η στο πρωτάθλημα με αρκετούς βαθμούς πίσω από την μεγάλη της αντίπαλο Μπάγερν Μονάχου, ένα χρόνο αργότερα και τη σεζόν 15-16 τερματίζει 2η με την καλύτερη συγκομιδή βαθμών για τον δευτεραθλητή στην κατηγορία (78 βαθμοί).

Η Μπορούσια του Τούχελ μετέτρεψε τον Μιχιταριάν σε έναν από τους πιο ποιοτικούς και αποτελεσματικούς μεσοεπιθετικούς στον κόσμο και τον πιτσιρικά Βάιγκλ σε έναν ρολίστα πολυτελείας που ενώ δεν είχε καμία εμπειρία από την Μπουντεσλίγκα κατέληξε να είναι μέρος της εθνικής Γερμανίας.

Ένα χρόνο μετά το παραλίγο υποβιβασμό της ομάδας, η Ντόρτμουντ έπαιξε ίσως ή τουλάχιστον πολύ κοντά, στο ποδόσφαιρο το οποίο χάρισε στον Κλοπ δύο πρωταθλήματα. Η χημεία με τον Τούχελ ήταν δεδομένη και οι ποδοσφαιριστές το έβγαλαν και στο γήπεδο. Πλέον ο Μπος πάει ένα βήμα παραπέρα εισάγοντας την δικιά του τεχνοτροπία στους Γερμανούς προσπαθώντας να δημιουργήσει ένα νεανικό και ταλαντούχο σύνολο. Το έχει σχεδόν καταφέρει.

 

Οι τάσεις φυγής

Όλα καλά μέχρι εδώ το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα της ομάδας ήταν αυτή ακριβώς η αδυναμία της, το σκαλοπάτι για τον παίκτη. Οι παίκτες της Ντόρτμουντ ήθελαν να αναδειχθούν και μέσα από τη δουλειά και την ατομική πρόοδο, ανέβαινε και η ομάδα. Αλλά από ότι φαίνεται έπιασε ταβάνι.

Τα βασικά γρανάζια της ομάδας έβλεπαν πως δεν μπορούσαν να εκπληρώσουν τους στόχους τους. Το 2011 η Μπορούσια κατακτά το πρωτάθλημα Γερμανίας και ένας βασικός της παίχτης, ο Νούρι Σαχίν , φεύγει για την Λίβερπουλ. Τον επόμενο χρόνο  ήταν η σειρά του Καγκάβα να αποχωρήσει. Το  2013 φεύγει ο Μάριο Γκέτσε και ακολουθεί ένα χρόνο αργότερα ο Ρόμπερτ Λεβαντόφσκι.

Το περασμένο καλοκαίρι πάλι αποχώρησαν σημαντικότατοι παίκτες όπως οι Χούμελς-Μιχιταριάν-Γκιντογκαν, ενώ φέτος έφυγε ο Ντεμπελέ, ο Γκίντερ και ο Μορ. Ναι δεν ήταν όλοι του ίδιου διαμετρήματος με αυτές των Λεβαντόφσκι και Χούμελς, αλλά όλοι τους είναι πολλά υποσχόμενοι νεαροί και μάλιστα ρολίστες.

Καταδικασμένη να πουλάει

Η Ντόρτμουντ είναι καταδικασμένη να χάνει μερικούς από τους καλύτερους ποδοσφαιριστές της κάθε χρόνο, είναι επίσης καταδικασμένη να πρωταγωνιστεί και από πέρυσι έχει να αντιμετωπίσει έναν νέο «κολοσσό» στο Γερμανικό ποδόσφαιρο, την Λειψία. Πάντως στο Βεστφάλεν έχουν συνηθίσει στην ιδέα πως δεν μπορούν να αποτρέψουν μία μεταγραφή και μάλιστα όταν αυτή αποφέρει και πολλά έσοδα στα ταμεία τους.

Είναι χαρακτηριστική η ατάκα του Κλοπ όταν έμαθε για την μεταγραφή του αγαπημένου του Γκέτσε στην μεγάλη αντίπαλο Μπάγερν Μονάχου που τότε ήταν κάτω από τις οδηγίες του Πεπ Γκουαρντιόλα: ‘’ Δεν μπορώ να κάνω κάτι γ αυτό, ούτε να κοντύνω 15 εκατοστά αλλά ούτε και να μιλήσω Ισπανικά’’.

Τι αναζητούν όμως οι παίκτες των Βεστφαλών;

 

Στην περίπτωση του Μιχιταριάν ξεκάθαρο ρόλο έπαιξαν τα χρήματα. Ρεπόρτερ της Γερμανικής «Bild» αναφέρει πως ο Αρμένιος διεθνής εισπράττει 12,5 εκ. ευρώ το χρόνο συν 8 εκ. ευρώ μπόνους υπογραφής! Η Ντόρτμουντ δεν είναι πλούσιος σύλλογος, συγκριτικά θα αναφέρω πως οι Βεστφαλοί έχουν τζίρο 200 εκ. ευρώ λιγότερα από την Μπάγερν και τη Παρί σεν Ζερμεν, 240 εκ. ευρώ λιγότερα από την Μαν. Γιουνάιτεντ, ενώ έχει σχεδόν τον μισό τζίρο από τις Μπαρτσελόνα και Ρεάλ Μαδρίτης. Η Ντόρτμουντ πρέπει να πουλά για να επιβιώσει και μάλλον θα πρέπει να συνεχίζει να το κάνει καθώς η ψαλίδα με τους μεγάλους αμβλύνεται.

 

Στην περίπτωση του Χούμελς τα πράγματα ήταν πιο απλά ο διεθνής Γερμανός στόπερ επέλεξε να πάει στην ομάδα που πιστεύει πως θα έπαιρνε τους περισσότερους τίτλους, καθώς Μπάγερν και Ντόρτμουντ του έδιναν τα ίδια χρήματα (10 εκ. ευρώ). Σε μία συνέντευξή του στο Γερμανικό τύπο είχε πει: ‘’ Αρχίζω και καταλαβαίνω πως περνάνε τα χρόνια και δεν κερδίζω τίτλους, σχεδόν κοντεύω να αποσυρθώ και δεν έχω κερδίσει τίποτα. Το Τσάμπιονς Λιγκ είναι ο μεγάλος μου στόχος και το θέλω πάρα πολύ’’.

 

Το ίδιο περίπου συνέβη φέτος και με τον Ουσμάν Ντεμπελέ, ο «μικρός» έκανε μία πολύ καλή σεζόν πέρυσι και η μοίρα τον αποζημίωσε με την μορφή του «ντόμινο» με μεταγραφή στην Μπαρτσελόνα. Ένα ντόμινο εξελίξεων που έφερε τον Νεϊμάρ στην Παρί Σεν Ζερμέν τον Κουτίνιο στην Λίβεπρουλ και τον Γάλλο στην Μπαρτσελόνα ύστερα από πεισματική απαίτηση του ιδίου. Δεν μπορείς να πας κόντρα στα όνειρα του καθενός και στο Ντόρτμουντ το γνωρίζουν και προσπαθούν να το αναστρέψουν. Μελλοντικά ίσως και να τα καταφέρουν.

Οι μεγάλες διαφορές

Οι Βεστφαλοί δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τον μεγάλο τους αντίπαλο που λέγεται Μπάγερν Μονάχου. Παραλίγο να το καταφέρουν αλλά τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια δεν υπήρχε καν ανταγωνισμός. Οι παίκτες όμως πίστεψαν στη φουρνιά που έβγαλε και ανέδειξε ο Κλοπ και η οποία κάτω από την δική του στρατηγική έκανε μεγάλες επιτυχίες με αποκορύφωμα τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 2013.

 

Ο Χούμελς σε δηλώσεις του τότε είχε πει πως θα προτιμούσε να κερδίσει το  Τσάμπιονς Λιγκ μία φορά με την Ντόρτμουντ παρά έξι φορές με κάποια άλλη μεγαλύτερη ομάδα. Προφανώς τέσσερα χρόνια αργότερα αυτοαναιρείται  και παίρνει μεταγραφή για την Μπάγερν. Το θέμα είναι πως τέτοιοι παίχτες προτιμούν τη δόξα από το χρήμα και αυτό είναι υπέρ τους.

Όλα ξεκίνησαν με τη φυγή το Γκέτσε πριν τρία χρόνια. Εκεί φάνηκε πως η μαγιά της Ντόρτμουντ κάπου χαλάει. Ένας παίκτης που ξεκίνησε από τις ακαδημίες των Βεστφαλών, ανδρώθηκε ποδοσφαιρικά εκεί και έφτασε με την ομάδα στο απόγειό της. Αυτός ο παίκτης έφυγε και μάλιστα για τον μεγαλύτερο αντίπαλο. Ήταν η αρχή της πτώσης, ήταν κάτι που σόκαρε την ομάδα και ήταν το εφαλτήριο για ότι θα ακολουθούσε στο μέλλον. Με τη φυγή και του Κλοπ, ο Τούχελ προσπάθησε να κρατήσει τα ονόματα αλλά το κατάφερε μόνο για μία χρονιά.

 

Κάθε τέλος μία νέα αρχή

Κακά τα ψέματα η Ντόρτμουντ δεν έχει το πρεστίζ των μεγάλων ομάδων όπως η Ρεάλ Μαδρίτης και ο Μπος δεν είναι τόσο ελκυστικός όσο ο Κουαρντιόλα. Δεν μπορούν καν να πλησιάσουν τους μισθούς που δίνουν άλλες ομάδες και πάνω από όλα δεν μπορούν να προσφέρουν (ακόμα τουλάχιστον) τους τίτλους που ένας μεγάλος παίχτης επιθυμεί.

Σημασία έχει πως ένας μεγάλος κύκλος της Μπορούσια έκλεισε. Η ομάδα η οποία πριν 15 χρόνια κινδύνευε να πέσει κατηγορία και σώθηκε χάρης τον κόσμο της και ενός δανείου από την Μπάγερν Μονάχου, ήταν αυτή που πήγε τελικό Τσάμπιονς Λιγκ και σήκωσε δύο συνεχόμενους τίτλους στο πρωτάθλημα. Ήταν αυτή που δίδαξε σε όλο τον κόσμο πως και οι μικρότερες ομάδες μπορούν να τα καταφέρουν και στο σύγχρονο ποδόσφαιρο όταν ακόμα δεν υπήρχε η Λέστερ. Ήταν αυτή που με το ποδόσφαιρό της σε άφηνε με το στόμα ανοικτό και με τις μεταγραφικές της κινήσεις άναυδο.

Οι εμπορικές (και όχι μόνο) συναλλαγές με την Μπάγερν παραξένεψαν πολλούς, και είναι σίγουρο πως εάν υπήρχαν «ψηλά γράμματα» στους όρους του δανείου με τους Βεστφαλούς δεν θα το μάθουμε ποτέ. Αυτό όμως που μάθαμε είναι πως μία ομάδα μπορεί να αναγεννηθεί από τις στάχτες της και να διαπρέψει, και αυτή η ομάδα είναι σίγουρα η Μπορούσια Ντόρτμουντ.