Ο Κωνσταντίνος Κολοβός εξομολογείται απρόοπτα την λατρεία του για τον Ντέγιαν Μποντιρόγκα και καταγράφει όσα μπορεί δίχως να συγκινηθεί…

Καιρό το σκεφτόμουν, όμως πάντοτε κάτι με κρατούσε σαν ζώνη πίσω στην αναπαυτική καρέκλα. Σε αντίθεση με τον Μποντιρόγκα, που το έλεγε η καρδούλα του και πήγαινε με σπασμένα τα φρένα σε ένα καρέ από slow motion. Ακούγεται οξύμωρο και θα συμφωνήσω, αλλά οι λέξεις δεν έχουν τη δύναμη να περιγράψουν πλήρως έναν αρτίστα παγκόσμιας κλάσης με περιορισμένες εμφανίσεις σε όλη την υφήλιο παρά την αδιαπραγμάτευτη δημοσιότητα των πινάκων που διαφήμιζε και ξανά διαφήμιζε μέχρι να τους αγαπήσεις. Και με τον καιρό θα έπεφτες στην παγίδα.

Ατύχησα που ουσιαστικά δεν τον έζησα και έχασα τις ζωντανές παραστάσεις που έδινε με λιγοστό αντίκτυπο ως πραγματικός καλλιτέχνης, αλλά αν θες, μαθαίνεις. Η πρώτη επαφή μου με τον Σέρβο γίγαντα ήρθε από συζήτηση τρίτων στο σπίτι και απόρησα μπαίνοντας σταδιακά στον χώρο της «πορτοκαλής θεάς», ‘’ποιος είναι αυτός, ο πως τον είπατε;’’.

Η μεγαλύτερη ασέβεια στον αθλητισμό είναι η ημιμάθεια και μέσα σε δευτερόλεπτα ακόμα και μικρός, το απέδειξα. Αμέσως επήλθε γέλως, πιθανώς και λύπηση παρά το νεαρό της ηλικίας μου. Προχώρησα γοργά και με αυτοπεποίθηση παρά την αυθάδεια που επέδειξα, μένοντας πιστός στην σκέψη μου, ‘’σιγά τον παίκτη, δεν θα τον ξέρει και κανένας’’.

Διάνα έπεσα…

Θυμάμαι πέρασε καιρός, το όνομα χάθηκε στα αρχεία του μυαλού μου και ένα δειλινό στις αρχές της περασμένης δεκαετίας, πατώντας τα πρώτα ηλεκτρονικά κουμπιά σε ένα παλιό κινητό αφής εταιρίας LG, αποφασίζω να περιηγηθώ στον μαγικό και ετερόχρονο κόσμο του YouTube. Ο τίτλος συμπεριελάμβανε το όνομα του φανταχτερού Καρμέλο Άντονι και αρκούσε για μένα να χαζέψω και να χαθώ στα αστραφτερά παρκέ του NBA, που τότε σιγά-σιγά μάθαινα.

Ήταν ένα βίντεο κάτω του ενός λεπτού και μου έκανε εντύπωση. Αντί να παρατηρώ τον «Μέλο» να ισοπεδώνει με μανία τις ρακέτες, έμελλε να ταξιδέψω ένα γρήγορο ταξίδι με την πιο αργή αεροπορική εταιρία: έμοιαζε πατέρας τουλάχιστον πέντε παιδιών, ευθυτενής, αδύναμος σωματικά, ψηλός αλλά συνήθως κατοικούσε εκτός ρακέτας… λεπτομέρειες που πετάχτηκαν στο τέλος και εξηγώ. Στα πρώτα δευτερόλεπτα ο τότε γνωστός-άγνωστος Μποντιρόγκα πήγε να… σπάσει τους αστραγάλους του Καρμέλο με ντρίπλα πίσω από την πλάτη και αυτοκρατορικό τελείωμα της φάσης στην αμερικάνικη ρακέτα. Διάβασα ότι ονομαζόταν eurostep ύστερα από καιρό. Σκέφτηκα πολλά, επέλεξα τη σιωπή.

Αμ, δε, το επόμενο με διέλυσε και πανηγύρισα υπέρ του ανθρώπου που με τον τρόπο μου μείωσα. Το γεγονός ότι είχα ξεχάσει το όνομά του βοήθησε να πέσει το οχυρό της ξεροκεφαλιάς. Ο Άντονι σαν να ήταν στον παιδότοπο και στην μεριά των τραμπολίνων… έφαγε ακαταμάχητα την τρίτη προσποίηση του Μποντιρόγκα και σχεδόν έδωσε το χέρι του στον… Θεό.

Άφησε την μπάλα στο καλάθι με ένα ξενέρωτο lay-up, λες και δεν αντιμετώπιζε έναν από τους σπουδαιότερους παίκτες του πλανήτη αλλά έναν φίλο του σε ένα ανοιχτό γηπεδάκι με ψύχρα και λίγο αέρα. Αυτό που ακόμα αγνοούσα ήταν πως το στίγμα που άφησε εντέλει ο άλλοτε παίκτης του Παναθηναϊκού και συνδεδεμένος άρρηκτα με την πράσινη φανέλα, ήταν εμφανίσιμο από τη Σελήνη με ένα ζευγάρι γυαλιά μυωπίας.

Μήνες πέρασαν, ίσως και χρόνια μέχρι το μπάσκετ να γίνει μέρος της καθημερινής μου ρουτίνας. Ξεκίνησα από ποδόσφαιρο ως ένα από τα πολλά παιδιά, αλλά η καρδιά μου δόθηκε αλλού σύντομα. Προσπάθησα να το μετριάσω, όμως εντέλει το παιχνίδι ήταν άνισο και άδικο. Ξεχύθηκα στο google για απαντήσεις και χάθηκα στο διάβασμα γεγονότων, καταστάσεων… ό,τι υπήρχε. Κάθε μέρα, οποιαδήποτε στιγμή. Άνοιγαν οι ορίζοντες μου με το πέρασμα του χρόνου και σε μία ανύποπτη φάση της ημέρας με χτύπησε αμόνι στο κεφάλι…

Αυτός δεν είναι εκείνος που δεν τον γνωρίζει κανένας;

Η σκηνή παρουσιάστηκε κατευθείαν και εκτοξεύτηκε από τα άδυτα του νου μου. Έχετε ποτέ χαστουκίσει τον εαυτό σας μετά από μία οικτρή χαζομάρα; Άρα, κατανοείται τα συναισθήματά μου πλήρως.

Γέλασα αμήχανα από ντροπή…

Λίγες μέρες έφυγαν από το ημερολόγιο και κατευθύνθηκα στον θείο μου. Ήθελα να ακούσω τα λόγια του και το γεγονός ότι ήταν Ολυμπιακός με τα όλα του, σήμαινε πάμπολλες αναμνήσεις.

‘’Τον μισούσαμε. Εκεί που όλα πήγαιναν ρολόι εμφανίστηκε και μας τα χάλασε όλα. Κ@@οπαιδο σαν κάθε Γιουγκοσλάβος αλλά παικταράς με τα όλα του. Ατυχήσαμε που πήγε στον Παναθηναϊκό, διαφορετικά θα ήμασταν ακόμα πρώτοι στην Ελλάδα. Ευθύνεται αποκλειστικά για την εξέλιξη της (χαρακτηριστικό υποτιμητικό παρατσούκλι των «πρασίνων»), δεν υπάρχει κανένας Ντομινίκ Γουίλκινς. Αν δεν ερχόταν ο Μποντιρόγκα, κεφάλι δεν θα είχαν σηκώσει. Την ευχαριστήθηκα την μπουνιά που έφαγε από τον Ρισασέ όσο δεν πάει και περισσότερο σήμερα, αν και όποιος σου πει ότι ήταν κάτι το συνηθισμένο, σου λέει ψέματα. Εμείς είχαμε κάποτε τον ημίθεο Ζάρκο Πάσπαλιε και εκείνοι τον Θεό Μποντιρόγκα. Τι να κάνουμε…’’!

Η μνήμη μου ουδέποτε μου επέτρεψε να ξεχάσω, πρόκειται για την αμαρτία που πάντοτε βαδίζει δίπλα σου έως το τέλος. Αυτή είναι η δικιά μου και σας την αποκαλύπτω. Εφιάλτης αληθινός, να κοιτάω τον μικρό μου εαυτό από πάνω την ώρα που απαρνιέται και κοροϊδεύει τον Μποντιρόγκα.

Το προαναφερθέν κλιπ λογίζεται ως άτυπη απάντηση στους ανόητους ισχυρισμούς και το αφελώς της ηλικίας μου. Ο Ντέκι ήταν ο Θεός μίας ολάκερης γενιάς και σαν οντότητα ανώτερη με τον τρόπο της με έστειλε να κουβαλήσω τις τσάντες του και να αστράψω το παρκέ για να βλέπει τον εαυτό του να πράττει την υπέροχη ντρίμπλα μαστίγιο. Τι θα έδινα για μία τέτοια σκηνή δεν μπορεί να ειπωθεί και λυπάμαι που δεν βρίσκεται κάπου μία χρονομηχανή για ένα κρυφό ταξιδάκι στο παρελθόν.

Μετάνιωσα, αλλά στο κάτω-κάτω της γραφής δηλώνω χαρούμενος για την διαδικασία κάθαρσις που υποβλήθηκα εκείνο το αξέχαστο δειλινό…