Νίκος Ζήσης: Ο σημαιοφόρος του ελληνικού μπάσκετ

Ο Νίκος Ζήσης έριξε τίτλους τέλους και το debut.gr λησμονεί τόσο την εξέχουσα προσωπικότητα του, όσο και την απαράμιλλη μπασκετική ιδιοφυία του.

Ο Νίκος Ζήσης ανακοίνωσε με δόξα και τιμή πως έφτασε το πλήρωμα του χρόνου να κρεμάσει την φανέλα με τον δικέφαλο αετό στα αποδυτήρια, να αφήσει στην άκρη τα καταπονημένα του παπούτσια και να απολαύσει επιτέλους τα καλούδια της ζωής. Να ζήσει χωρίς φραγμούς, υποχρεώσεις και τα «πήγαινε-έλα» των ομάδων… παρέα με τον πιστό φίλο και κουμπάρο του, Βασίλη Σπανούλη που απρόσμενα αποχώρησε από τη μπασκετική σκηνή.

Η προειδοποίηση και η αποστράτευση του Ζήση

Ο Ζήσης από την άλλη μεριά προέβαινε πάντοτε σε μεταβατικές αποφάσεις και έμμεσα σου παρέθετε τον παλμό της κατάστασης. Στις 9 Ιουνίου η ΑΕΚ επικράτησε του Προμηθέα στη σειρά για την τρίτη θέση του πρωταθλήματος. Έπραξε το καθήκον της, ακόμα και αν εντέλει η σημασία της θέσης είναι ανούσια.

Ανούσια, θα περάσει στα βιβλία του ελληνικού μπάσκετ, που χρόνια αργότερα θα κιτρινίσουν οι σελίδες αφού ο χρόνος θα έχει κάνει τα δικά του. Βέβαια, στην κορυφή της σελίδας θα υπάρχει μία μικρή σημείωση που διαχρονικά θα παραμένει σημαντικότερη από την θέση της ΑΕΚ στο ελληνικό πρωτάθλημα τη σεζόν 2020-21 «Η τελευταία παράσταση του Νίκου Ζήση στα παρκέ»!

Εκείνo το βράδυ ήταν αφιερωμένο στα χρόνια συνεισφοράς του στο άθλημα. Ο κόσμος συνειδητοποιημένος, αφουγκραζόταν το τι μπορεί να συμβεί σε λίγες μέρες, απονέμενε με τον τρόπο του το δικό του ευχαριστώ για τις δόξες που χάρισε η χρυσή ελληνική φουρνιά στην ταλαίπωρη αυτή χώρα. Συνείσφερε τα μέγιστα και ο Ζήσης, όχι απλώς παρών αλλά ένας τεράστιος παράγοντας, ώστε το ελληνικό μπάσκετ να κυριαρχήσει σε κάθε γωνιά.

Συγκινημένος ο Ζήσης με ένα περίπου λεπτό να απομένει περπατάει προς τον πάγκο, εμφανέστατα συγκινημένος προσπαθεί με τα κόπων και βασάνων να συγκρατήσει τα δάκρυα του. Ο τηλεοπτικός φακός τον ακολουθεί στενά και η κάθε αγκαλιά σήμαινε πολλά περισσότερα από όσα θα δήλωνε στην κάμερα της ΕΡΤ έπειτα από το τέλος της αναμέτρησης

«Δεν έχω αποφασίσει ακόμα, αλλά ξέρω πως αυτή μπορεί να ήταν η τελευταία στιγμή μου. Ο κόσμος τραγούδησε το όνομά μου και μου ήρθαν αναμνήσεις από τα παλιά. Χάρηκα που ήρθε η οικογένειά μου. Όταν έρθει αυτή η στιγμή να αποσυρθώ, θα το μάθετε όλοι».

Η απόφαση είχε παρθεί…

Και έτσι απλά, ένα Δευτεριάτικο μεσημέρι ο Νίκος Ζήσης πάτησε το κόκκινο κουμπί. Ανακοίνωσε το κλείσιμο μίας απίθανης πορείας με συνοδοιπόρο την σπυριάρα μπάλα και ετοίμασε τις βαλίτσες των διακοπών του. Το αξίζει και με το παραπάνω. Πρόκειται για έναν θιασώτη του ελληνικού τρόπου παιχνιδιού και αν η παρακαταθήκη και τα στάνταρ που δημιούργησε δεν έχουν εκτιμηθεί, σίγουρα μελλοντικά θα αντιληφθούμε το προνόμιο που μας δόθηκε απλόχερα να τον βλέπουμε να οργανώνει με ακρίβεια την ομάδα του μέσα στο παρκέ. Έμοιαζε σαν έναν μαέστρο που κουνούσε τα χέρια του και αντί να ηχούν τρομπέτες… η μπάλα συναντούσε αβίαστα τον αποδέκτη της.

Και όταν έπρεπε να αναλάβει δράση, ποτέ δε κρυβόταν υπό το βλέμμα της ευθύνης που τον περίμενε!

Ο Νίκος λείπει…

Για τις ανάγκες του κειμένου δανείζομαι τον τίτλο από το ομώνυμο βιβλίο του Νίκου Παπαδογιάννη, ο οποίος συγκαταλέγει εκεί κομμάτια των ταξιδιών του και εμπειρίες που μένουν χαραγμένες στο μυαλό του μέχρι σήμερα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Θεσσαλονικιός γκαρντ δεν ταξίδεψε σε νέες πολιτείες για να επιστρέψει, έχοντας συλλέξει πολύτιμες εμπειρίες, αλλά αυτοεξωρίστηκε στην ηρεμία και στην γαλήνη του εξωτερικού. Στην τελευταία του συνέντευξη στο Gazzetta δήλωνε τους λόγους που αποφάσισε να αγωνιστεί χρόνια ολόκληρα εκτός Ελλάδας:

«Όλες αυτές οι ίντριγκες, οι φήμες, τα άρθρα, τι έγραψε ο ένας ή σε ποιο στρατόπεδο «ανήκει» ο άλλος, όλα αυτά δεν υπάρχουν»!

Πραγματικός σημαιοφόρος, κουνούσε περήφανα τα ελληνικά χρώματα σε όποιον σύλλογο και αν βρέθηκε. Η συνεισφορά του τεράστια και η ικανότητα του να συμμετέχει είτε με την μπάλα στα χέρα είτε όχι, να εντοπίζει στο κλάσμα του δευτερολέπτου ενδεχόμενα κοψίματα, να παίζει το pick ‘n’ roll στα δάκτυλα, να εκτελεί από την περιφέρεια, να διεισδύει στην αντίπαλη ρακέτα και ταυτόχρονα στην άλλη πλευρά του παρκέ να κατανοεί αμέσως τις προθέσεις της αντίπαλης ομάδας… τον καθιέρωσαν σε έναν χαρισματικό παίκτη.

Χαρισματικός και πολύτιμος, όχι όπως έγινε της μόδας, μέτριος και ρολίστας…

Το κουβάρι του ταξιδιού του μπορεί να μην ξεδιπλώνεται σε 80 μέρες, όμως με τόσες παραστάσεις στις ξένες σκηνές μπορεί με άνεση να γράψει έναν ταξιδιωτικό οδηγό και να προτείνει πόλεις για ανεπιφύλακτη καλοπέραση για όλες τις οικογένειες. Τρεβίζο, Σιένα, Μόσχα, Καζάν, Μπιλμπάο, Βαρκελώνη, Καντίκιοϊ και φυσικά Μπάμπεργκ.

Όπου και αν πήγε, το αποτέλεσμα ήταν ίδιο: με το πέρας κάθε αγωνιστικής σεζόν ο Ζήσης ήταν λουσμένος από το νέκταρ της νίκης και μετάλλια το ένα μετά το άλλο κοσμούσαν τον λαιμό του. Αν μη τι άλλο, συλλέκτης τίτλων ήταν το επάγγελμα του!

Αν η ΑΕΚ ήταν το σπίτι του, τότε η Μπάμπεργκ ήταν το εξοχικό που έδρευε στο εξωτερικό και περίμενε να το ανακαλύψει. Το μέρος που θα λάμβανε υπέρμετρη αγάπη. Τέσσερα γεμάτα χρόνια στην γερμανική ομάδα συννεφιασμένα με τίτλους και συγκλονιστικές εμφανίσεις, εκτιμήθηκαν τόσο από τον κόσμο που ξαφνικά παρατηρούσε ότι η ομάδα τους από το πουθενά ξεκινούσε την δική της επανάσταση, όσο και από τον Ζήση που έλαβε το χειροκρότημά και την άπειρη ευγνωμοσύνη των κατοίκων της πόλης.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 2019, ως ένδειξη του μεγαλείου και της προσφοράς του Ζήση στο σύλλογο, προς τιμήν του αποσύρθηκε το Νο.6 στον εξώστη. Χειροκρότησε την κίνηση εμφανέστατα συγκινημένος, χειροκρότησε εγκάρδια τον κόσμο, πήρε στις αποσκευές του τις μεγάλες στιγμές που έζησε στην Γερμανία και αποχαιρέτησε… μονάχα ως ενθύμιο άφησε πίσω του τον αριθμό που τον συνόδευε από νεανία.

Ήταν η επιβεβαίωση που ζητούσε, αν την ζήτησε ποτέ στην καριέρα του. Η αυτογνωσία αποτελούσε πάντοτε για εκείνον ένα από τα δυνατότερα χαρτιά του.

Το καλό παιδί της χρυσής γενιάς

Ο Νίκος Ζήσης είναι ξεχωριστός, πάντοτε έβαζε τα πιστεύω, τις αξίες και τις απόψεις του σε μία σειρά και κανένας δε τολμούσε ή καλύτερα δε μπορούσε να τις αμφισβητήσει. Η σταθερότητα που έδειξε μέσω των αποφάσεων του είναι ο καθρέφτης του οικογενειάρχη Νίκου. Ενός ανθρώπου που είχε δοθεί στο μπάσκετ και συνάμα είχε αφιερωθεί στα παιδιά και στην γυναίκα του. Η ευτυχία της οικογένειάς του σήμαινε για εκείνον τα πάντα, και δε θα το αντάλλαζε για κανένα είδος και χρώματος μεταλλίου.

Ακόμα και στα παρκέ ο Ζήσης υπήρξε ένας από τους πιο πράους και ήρεμους αθλητές που μεγαλούργησαν στα ευρωπαϊκά γήπεδα. Οι στιγμές που ξέφυγε από τα όρια είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, ενώ οι περιπτώσεις που συγκρατήθηκε για χάρη της ομάδας που αγωνιζόταν, για χάρη όσων παρακολουθούσαν από τις κερκίδες και πρωτίστως για την οικογένειά του… δεν υπολογίζονται ούτε με κουμπιουτεράκι.

Ουδέποτε συνδέθηκε με την σήψη της ελληνικής πραγματικότητας, ζύγισε τις επιλογές του και είδε ότι το εξωτερικό ήταν για εκείνον ο επίγειος παράδεισος. Ο Δημήτρης Διαμαντίδης ως ηγέτης του Παναθηναϊκού αντιμετώπισε τόσες φορές τον Ολυμπιακό, που αναπόφευκτα κα σύμφωνα με «κάποια» λογική έπρεπε να του θυμίζουμε κάνα δυο πραγματάκια σε κάθε αναμέτρηση. Ο Βασίλης Σπανούλης στο πλαίσιο του επαγγελματισμού άλλαξε στρατόπεδο και εντάχθηκε στον Ολυμπιακό. Ως φυσικό επακόλουθο το όνομα του ήταν δίπλα σε κάθε λογής ρήμα και ουσιαστικό που έχουν υπάρξει στα χρονικά της ελληνικής γραμματικής.

Ο εμβληματικός ηγέτης της ΑΕΚ στράφηκε προς άλλες κατευθύνσεις και ίσως να μην εκτιμήθηκε όσο οι προαναφερθέντες, όμως η μη εμπλοκή του σε «παρατράγουδα» μετατράπηκε σε σεβασμό. Ο Νίκος Ζήσης κέρδισε με την αξία του ένα ακατόρθωτο επίτευγμα, ελάχιστοι διέθεταν το προνόμιο να μην πιάνονται στην γλώσσα ακατανόμαστων χουλιγκάνων στα ελληνικά γήπεδα.

Τελικά, μας άξιζαν αυτοί οι παίκτες ολκής;

Μία σχέση… μόνο αγάπης

Ο Νίκος Ζήσης είναι ένα ακόμα ευλογημένο παιδί της γενιάς που μας έβγαλε στους δρόμους, που μας έδωσε λόγους να ανυπομονούμε για την επόμενη σπουδαία διοργάνωση. Η «επίσημη αγαπημένη» ήταν για εκείνον η αποκλειστική αγαπημένη, ο Ζήσης δήλωνε παρών και με τα γαλανόλευκα έβγαινε στην πρώτη γραμμή της μάχης και θυσιαζόταν για χάρη της.

Θυσιαζόταν πραγματικά, δε λογάριαζε αντιπάλους και «μπούκαρε» ανάμεσα σε οποιοδήποτε κορμί. Βέβαια, ορισμένες φορές καλείσαι να πληρώσεις το τίμημα της τόλμης σου και με την Βραζιλία στο Μουντομπάσκετ του 2006 ακούστηκε το γνωστό και μη εξαιρετέο… «Αλήτη Βαρεζάο»!

Πέρασε από όλα τα μικρά κλιμάκια της Εθνικής Ελλάδας, κατακτώντας και εκεί μετάλλια με το εθνόσημο. Κατά κάποιον τρόπο ήταν ένα είδος προοικονομίας για όσα θα γινόντουσαν χρόνια αργότερα.

Ο τίτλος «Διεθνής της καρδιάς μας» του κουμπώνει γάντι, η παρουσία του στις τάξεις της Εθνικής καλοκαίρι με το καλοκαίρι πήγαζε από τα βάθη της ψυχής του και δεν το αντιμετώπιζε ως μία απροσπέραστη υποχρέωση… για αυτό και στην συλλογική μνήμη του κόσμου πέρασε ως εικόνα με τα γαλανόλευκα χρώματα και όχι κάποιοι συλλόγου. Από το 2003 έως το 2015 ο Νίκος Ζήσης όποτε η Εθνική τον καλούσε, σήκωνε γρήγορα το χέρι ψηλά και έθετε τον εαυτό στις υπηρεσίες της.

Τα τίμησε δεόντως!

Καλός πολίτης Νίκο!

Να μου επιτρέψεις τον ενικό, όλοι σε νιώθουμε ως δικό μας άνθρωπο!