Εκείνη η Κυριακή που μου χαμογέλασε ο Ριβάλντο

Ο Ριβάλντο έχει γενέθλια και ο Γιώργος Ψύχας θυμάται μία ιστορία από το παρελθόν του Βραζιλιάνου και τις ημέρες που φόρεσε τη φανέλα του Ολυμπιακού.

Ήταν απόγευμα Κυριακής, τέλη Φλεβάρη του 2006. Πιτσιρικάς τότε, αρκετά συχνός επισκέπτης του «Καραϊσκάκης», περίμενα να δω από κοντά τον Ριβάλντο. «Είναι απίστευτος παίκτης, ένας πραγματικός μάγος», άκουγα από συγγενείς και φίλους που όντας μεγαλύτεροι, τον γνώριζαν.

Ήταν σε εκείνη την ευλογημένη χρονιά της Βραζιλίας που σκορπούσε τρόμο αλλά και θέαμα στο χορτάρι. Αυτόν τον μάγο χωρίς ραβδί ήθελα να δω από κοντά. Να ζήσω κι εγώ λίγες από τις στιγμές μαγείας που προσέφερε απλόχερα στους θεατές. Και μάλιστα σε ένα ντέρμπι απέναντι στην ΑΕΚ.

Και με δικαίωσε. Αυτή η λαχτάρα ανταμείφθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Δύο γκολ σκέτη ποίηση από τον «Ρίμπο» και τελικό σκορ 3-0 υπέρ του Ολυμπιακού.

Ο αγώνας έχει τελειώσει και οι παίκτες οδεύουν προς τα αποδυτήρια. Ιαχές, χειροκροτήματα, συνθήματα. Με όλη τη δύναμη της φωνής μου του φωνάζω «Ρίμπο, Ρίμπο». Ίσα ίσα ξεπρόβαλε το κεφάλι μου από τα κάγκελα δίπλα από τη φυσούνα των αποδυτηρίων. Το θεωρούσα απίθανο να με ακούσει. Κι όμως. Όπως ακριβώς με αποζημίωσε με την εμφάνισή του, θα το έκανε ξανά. Γυρίζει το κεφάλι, με κοιτάζει στα μάτια και μου χαμογελάει.

Δεν πρόλαβα να τεντώσω το χέρι μου για να με χαιρετήσει αλλά δε με απασχολούσε. Μόλις είχα ζήσει κι εγώ μία από αυτές τις στιγμές μαγείας για τις οποίες μιλούσαν όλοι οι υπόλοιποι που τον είχαν προλάβει στα νιάτα του.

Τράβαγα τη μπλούζα του πατέρα μου. «Μου χαμογέλασε ο Ρίμπο, μπαμπά. Πάμε να πάρουμε μία φανέλα του σε παρακαλώ». Μου χαμογέλασε, με χτύπησε στον ώμο και μου είπε «πάμε». Η ουρά έξω από το μαγαζί, τεράστια. Μετά από 5 ώρες εκτός σπιτιού και με την ώρα να περνάει, αποφασίσαμε να γυρίσουμε σπίτι. Στεναχωρήθηκα αλλά δεν μούτρωσα. Είχα υπερβολικά μεγάλη χαρά για να μουτρώσω.

Την επόμενη ημέρα, μιλούσα μόνο για τον Ριβάλντο στο σχολείο. Έλεγα σε όλους μου τους φίλους ότι μου χαμογέλασε. Δε με πίστευε κανείς. Αλλά δε με ένοιαζε. Ήταν από τις φορές που σε νοιάζει να το ζήσεις παρά να το μοιραστείς. Το συναίσθημα αυτό δεν αλλάζεται.

Γυρνώντας στο σπίτι το μεσημέρι με περίμενε μία έκπληξη. «Πήγαινε στο δωμάτιό σου και δες πάνω στο γραφείο», μου λέει ο πατέρας μου. Εμφανώς έκπληκτος πηγαίνω να δω τι συμβαίνει. Μία σακούλα με το σήμα του Ολυμπιακού περίμενε κλειστή. Την ανοίγω και αντικρίζω τη φανέλα του Ριβάλντο. Τρέχω και αγκαλιάζω τον πατέρα μου. Στο εξής θα τη φορούσα παντού. Σχεδόν θα κοιμόμουν φορώντας την.

Όλα όμως άλλαξαν μέσα σε μία στιγμή. Εκείνη που πήρε μεταγραφή για την ΑΕΚ. Ορκίστηκα στον εαυτό μου να μην την ξαναφορέσω. Και πράγματι το έκανα. Σήμερα, δεκαπέντε χρόνια αφότου την αντίκρισα πάνω στο γραφείο μου, «έπεσα» ξανά πάνω της ψάχνοντας κάτι στη ντουλάπα. Χρόνια κρυμμένη αλλά γεμάτη αναμνήσεις. Την ξεδίπλωσα και χαμογέλασα. Ήταν ακριβώς στα γενέθλια του Ρίμπο.

Χρόνια πολλά μεγάλε μάγε και συγγνώμη για την αφέλεια. Στο εξής η φανέλα αυτή δε θα κρυφτεί ποτέ ξανά.