Ο Δημήτρης Κωνσταντινίδης μίλησε αποκλειστικά στο Debut.gr για τα πρώτα χρόνια της καριέρας του, τη συνεργασία του με τον ΠΑΟΚ, το πόσο εύκολη ήταν η μεταγραφή του στον Άρη, το μέρος όπου απόλαυσε το ποδόσφαιρο αλλά και για το πρωτάθλημα που πανηγύρισε με τον Λεβαδειακό στην Super League 2.

Από μικρός είχε μάθει να βάζει στόχους. Δεν σταμάτησε ποτέ να ονειρεύεται. Έχοντας δίπλα του την οικογένειά του κατάφερε να ανέβει ψηλά. Όμως δεν ξέχασε ποτέ από που ξεκίνησε. Και αυτή τη συμβουλή την δίνει σε κάθε νεαρό ποδοσφαιριστή. Σκληρή δουλειά, «τα πόδια στη γη» και «καλός δεν χάνεται ποτέ». Αυτός είναι ο Δημήτρης Κωνσταντινίδης. Παρόλο που είναι μόλις 28 χρονών έχει καταγράψει μία μεγάλη πορεία στο χώρο του ποδοσφαίρου. Έχει αγωνιστεί με τις φανέλες τόσο του ΠΑΟΚ όσο και του Άρη, έχει παίξει στο εξωτερικό ενώ πρόσφατα ανακηρύχθηκε πρωταθλητής στην Super League 2.

Το Debut.gr είχε τη μεγάλη τιμή να επικοινωνήσει με τον παίκτη του Λεβαδειακού και εκείνος έδωσε απαντήσεις σε πάρα πολλά θέματα. Πώς βρέθηκε να αγωνίζεται στον ΠΑΟΚ και πως αισθάνθηκε όταν κατέγραψε την πρώτη του συμμετοχή; Ήταν εύκολη η απόφαση της μετακίνησής του στον Άρη; Πώς διαχειρίστηκε τον πρώτο του σοβαρό τραυματισμό που ήταν η ρήξη χιαστών; Τι συμβουλές θα έδινε σε κάποιον νεαρό ποδοσφαιριστή αλλά και ποια είναι στιγμή που δεν ξεχάσει ποτέ…

Τα πρώτα βήματα

Ξεκίνησες τα πρώτα σου ποδοσφαιρικά βήματα από τις ακαδημίες του ΠΑΟΚ και συγκεκριμένα στην ηλικία των 14. Τι συναισθήματα έχει ένα παιδί αυτής της ηλικίας δεδομένου ότι αγωνίζεται σε ένα από το καλύτερα τμήματα υποδομών της Ελλάδος;

Ο ΠΑΟΚ τότε είχε κάνει ένα «παιδομάζωμα». Υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι που ασχολούνταν τα τελευταία χρόνια σοβαρά με τις ακαδημίες. Πρόεδρος ήταν ο κ. Ζαγοράκης, τεχνικός διευθυντής ήταν ο κ. Βρύζας ενώ συμμετείχε και ο κ. Ελευθεριάδης. Είχε αποκτήσει πολλά παιδιά από την Βόρεια Ελλάδα και ήμουν κι εγώ από τους τυχερούς που είχα πάει στην ακαδημία του ΠΑΟΚ. Τα συναισθήματα μου όταν με δέχτηκαν στην ακαδημία ήταν ενθουσιασμός και αρκετή όρεξη για δουλειά. Ήμουν πάρα πολύ χαρούμενος επειδή στην οικογένειά μου ήταν όλοι «Παοκτσήδες». Απλά όταν πηγαίνεις σε μία ακαδημία όπως ο ΠΑΟΚ γνωρίζεις ότι αφήνεις πολλά πράγματα πίσω όπως την οικογένειά σου και τους φίλους σου. Όμως αυτό ήταν κάτι που ήθελα να κάνω από μικρός.

Πως σε «ανακάλυψαν» οι άνθρωποι του ΠΑΟΚ και σε ενσωμάτωσαν στις ακαδημίες τους;

Εγώ είχα πάει και είχα δοκιμαστεί σε κάποια τουρνουά που γίνονταν στην περιοχή της Θέρμης. Έκανα κάποιες προπονήσεις στις οποίες με είδε ο κ. Μαλιούφας μαζί με τον κ. Βλάχο που ήταν υπεύθυνοι στις ακαδημίες. Μετά πήγα έπαιξα και κάποια φιλικά παιχνίδια κι έτσι υπέγραψα στον ΠΑΟΚ.

Στα 16 σου πραγματοποιείς το ανεπίσημο ντεμπούτο σου με την μεγάλη ομάδα του ΠΑΟΚ, σε ένα φιλικό προετοιμασίας απέναντι στην Παρτίζαν. Πώς αισθάνθηκες όταν είδες τον προπονητή να σε επιλέγει να αγωνιστείς;

Θυμάμαι είχαμε παίξει ένα φιλικό με την Β’ ομάδα. ΠΑΟΚ – ΑΕΛ. Είχε έρθει ο κ. Δερμιτζάκης τότε και ενώ δεν ήταν να πάω εγώ να αγωνιστώ στο φιλικό, τελικά διάλεξε εμένα. Είχα πάει πολύ καλά στο ημίχρονο που είχα αγωνιστεί. Τότε δεν ήμουν ούτε 16 και το προηγούμενο βράδυ, πριν το φιλικό με την Παρτίζαν, δεν είχα κοιμηθεί ούτε λεπτό.

Οι Ελληνικές ομάδες μεγαλώνουν μέσα από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Σκέφτηκα πως η ρήξη χιαστών είναι μια δοκιμασία. Αυτός ο τραυματισμός με βοήθησε να δω διαφορετικά κάποια πράγματα στο ποδόσφαιρο.

ΠΑΟΚ: Η αρχή του ονείρου, ο πρώτος δανεισμός και ο σοβαρός τραυματισμός

Τον Ιανουάριο του 2012 υπογράφεις το πρώτο σου επαγγελματικό συμβόλαιο με την ομάδα του ΠΑΟΚ. Ένιωσες πως ανταμείφθηκαν οι κόποι σου μετά από αυτό;

Εννοείται πως υπήρχε μια ικανοποίηση. Εκτός ότι ανταμείφθηκαν οι κόποι μου, ήμουν και ένα παιδί όπου η οικογένεια μου ζοριζόταν πολύ οικονομικά μέχρι τότε. Έστω και από αυτά τα λίγα χρήματα που θα έπαιρνα, θα μπορούσα να τους βοηθήσω και να τους δώσω κάτι από αυτά που μου έδωσαν όλα αυτά τα χρόνια.

Την σεζόν 2012-2013, καταγράφεις 18 συμμετοχές με τη φανέλα του ΠΑΟΚ, πραγματοποιώντας μια αρκετά καλή χρονιά. Πίστεψες τότε ότι μπορείς να κάνεις το λεγόμενο «μπαμ» και να καθιερωθείς ως ο νούμερο ένα δεξιός οπισθοφύλακας του ΠΑΟΚ;

Η πρώτη μου χρονιά ήταν πάρα πολύ καλή. Τότε προπονητής ήταν ο κ. Δώνης. Ένας άνθρωπος που πίστευε πάρα πολύ, όχι μόνο σε μένα, αλλά και σε όλα τα νεαρά παιδιά. Μάλιστα, ήταν από τους πρώτους προπονητές που έβαλαν στην ομάδα παίκτες από την ακαδημία. Πίστεψα πως με σκληρή δουλειά και πολλές θυσίες θα μπορέσω να καθιερωθώ. Δυστυχώς όμως κάποιοι τραυματισμοί με πήγαν πιο πίσω. Αυτό που έχει σημασία και το πιστεύω μέχρι σήμερα είναι ότι δεν πρέπει να τα παρατάς ποτέ γιατί ο καλός δεν χάνεται.

Με την έναρξη της σεζόν 2013-2014, καταγράφεις μόλις 5 συμμετοχές και τον Ιανουάριο παραχώρησε δανεικός στην ομάδα του Αγινιακού που συμμετείχε στο πρωτάθλημα της τότε FootballLeague. Με την ομάδα πραγματοποίησες 20 συμμετοχές. Θεωρείς ότι αυτή η επιλογή έκανε καλό στην εξέλιξη της καριέρας σου;

Με βοήθησε πολύ το πέρασμά μου από το Αιγίνιο. Το πρωτάθλημα της Β’ Εθνικής τότε ήταν πάρα πολύ καλό. Σαν πρωτάθλημα, εκτός από τα τεχνικά χαρακτηριστικά που είχε, ήταν πάρα πολύ δυνατό και νομίζω με βοήθησε πάρα πολύ στην εξέλιξή μου. Είδα πόσο δύσκολος είναι ο χώρος του ποδοσφαίρου, όχι μόνο στην Α’ Εθνική αλλά και στην Β’. Έπαιξα σχεδόν σε όλα τα παιχνίδια και πήρα πάρα πολλά απ’ αυτό.

Επιστρέφεις στον ΠΑΟΚ, για να διεκδικήσεις μία θέση βασικού στο ρόστερ της ομάδας και σημειώνεις 15 συμμετοχές, Θεωρείς ότι άξιζες παραπάνω ευκαιρίες;

Εκείνη την χρόνια ήταν ο Άγγελος Αναστασιάδης στον πάγκο. Δεν νομίζω πως αδικήθηκα. Οι συμμετοχές μου ήταν σχετικά καλές. Είχα παίξει κάποια καλά παιχνίδια διότι με πίστευε ο κ. Αναστασιάδης. Ήταν δύσκολο να αγωνιστώ σε παραπάνω παιχνίδια γιατί υπήρχαν κι άλλοι παίκτες στην ίδια θέση. Ήταν ο Γιάννης Σκόνδρας και ο Στέλιος Κίτσιου. Δύο εξαιρετικοί ποδοσφαιριστές. Γι’ αυτό το λόγο δεν μπορώ να πω αν άξιζα παραπάνω ευκαιρίες ή λιγότερες. Εκείνη τη χρονιά ο χρόνος μοιράστηκε σε όλους τους παίκτες και όποιος αγωνιζόταν βοηθούσε την ομάδα πάρα πολύ.

Το καλοκαίρι του 2015 πετυχαίνεις το πρώτο σου και μοναδικό γκολ με τα χρώματα του ΠΑΟΚ, σε ένα ματς απέναντι στην Σπάρτακ Τρνάβα, ισοφαρίζοντας τότε σε 1-1. Το γκολ αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο για τον επαναληπτικό μέσα στην Τούμπα. Πώς έζησες αυτή την στιγμή;

Είναι το πρώτο μου γκολ με τον ΠΑΟΚ και το θυμάμαι σαν χθες. Ήταν ένα σημαντικό γκολ καθώς κατάφερα να δώσω την πρόκριση στην ομάδα. Οι ευρωπαϊκές στιγμές με τον ΠΑΟΚ είναι αξέχαστες. Ο κόσμος ακολουθούσε παντού, ακόμα και όταν παίζαμε στο Καζακστάν. Πιστεύω πως οι ελληνικές ομάδες μεγαλώνουν μέσα από τις ευρωπαϊκές διακρίσεις.

Την σεζόν 2015-2016 προλαβαίνεις να αγωνιστείς σε 15 παιχνίδια, εκ των οποίων δύο στο Europa League απέναντι στην Borussia Dortmund. Εκείνο το διάστημα πραγματοποιείς αρκετά καλές εμφανίσεις όμως στις 20 Δεκεμβρίου η ατυχία σου «χτυπάει την πόρτα». Παθαίνεις ρήξη χιαστών και χάνεις το υπόλοιπο της σεζόν. Πώς αντιμετώπισες τη στιγμή αυτή μόλις στα 21 σου;

Σκέφτηκα πως αυτός ο σοβαρός τραυματισμός είναι μια δοκιμασία. Έβλεπα άλλους ποδοσφαιριστές οι οποίοι πάθαιναν τον ίδιο τραυματισμό σε μεγαλύτερη ηλικία και δεν κατάφερναν να επανέλθουν ποτέ. Είναι διαφορετικό να πάθεις ρήξη χιαστών στα 21 σου από το να πάθεις στα 31 ή στα 32 σου. Δεν το έβαλα κάτω. Δούλεψα πάρα πολύ. Αυτός ο τραυματισμός με βοήθησε να δω διαφορετικά κάποια πράγματα στο ποδόσφαιρο. Την επόμενη χρονιά γύρισα και ένιωσα σα να μην πέρασε μια μέρα.

Δεν πήρα τις ευκαιρίες που άξιζα στην Ιταλία. Έκανα τη σωστή επιλογή με τη μεταγραφή μου στον Άρη.

Ομόνοια: Η εμπειρία της Κύπρου

Επιστρέφεις από τον τραυματισμό σου και παραχώρησε δανεικός στην Ομόνοια της Κύπρου. Ο δανεισμός αυτός σε βοήθησε ώστε να επανέλθεις πιο γρήγορα από τον τραυματισμό;

Σίγουρα με βοήθησε. Είναι ένας πολύ σοβαρός τραυματισμός και είναι σημαντικό όταν επανέλθεις να μπεις αμέσως να παίξεις. Γιατί αν επανέλθεις και δεν έχεις παιχνίδια στα πόδια σου, μπορεί να κάνει χειρότερη την κατάσταση. Δεν μπορείς να επανέλθεις ούτε σε φυσική κατάσταση ούτε σε δύναμη. Μόνο μέσα από τα παιχνίδια μπορείς να γίνεις αυτός που ήσουν πριν.

Μπρέσια: Η ευκαιρία της Ιταλίας

Μετά τον μονοετή δανεισμό σου στην Κύπρο, γυρίζεις στον ΠΑΟΚ, χωρίς όμως να πάρεις κάποια ευκαιρία. Τον Ιανουάριο του 2018, πηγαίνεις ως ελεύθερος στην ιταλική Μπρέσια. Εκεί αγωνίζεσαι μόλις μια φορά με την δεύτερη ομάδα της Μπρέσια. Τι κρατάς από αυτή την εμπειρία;

Κρατάω την εμπειρία του εξωτερικού. Αν και ήταν δεύτερης κατηγορίας ομάδα, διέθετε εκρηκτικούς ποδοσφαιριστές, πολύ κόσμο και η οργάνωσή της ήταν τρομερή. Γνώρισα ποιοτικούς ποδοσφαιριστές και με κάποιους διατηρώ επαφές ακόμα και τώρα. Αυτό που μένει σαν πίκρα είναι ότι δεν μπόρεσα να αγωνιστώ. Βέβαια ούτε εγώ ήμουν πολύ έτοιμος αλλά και η ομάδα δεν μου έδωσε καμία ευκαιρία για να δείξω τι αξίζω.

Η επιστροφή στην Ελλάδα για λογαριασμό του Άρη

Επιστρέφεις στην Ελλάδα, αυτή την φορά όμως για χάρη του Άρη. Το γεγονός ότι είχες αγωνιστεί στον ΠΑΟΚ, σε έβαλε σε «δεύτερες σκέψεις» ως προς τη μεταγραφή αυτή; Πώς σε αντιμετώπισε τόσο ο σύλλογος όσο και ο κόσμος των κιτρινόμαυρων;

Ο σύλλογος με υποδέχτηκε αρκετά ζεστά παρόλο που γνώριζαν ότι από πολύ μικρή ηλικία αγωνιζόμουν στον ΠΑΟΚ. Δεν είχα ποτέ θέματα ούτε με τον κόσμο, ούτε με τους ανθρώπους από την ομάδα. Όταν σου κάνει πρόταση μια ομάδα όπως ο Άρης «ζυγίζεις» τα πάντα. Βλέπεις και τα οικονομικά δεδομένα γιατί είσαι επαγγελματίας και όλο αυτό έχει ημερομηνία λήξης. Νομίζω ότι τότε πήρα την σωστή απόφαση να πάω στον Άρη.

Στους «κιτρινόμαυρους» παραμένεις μόλις ενάμιση χρόνο και καταγράφεις μόλις 9 συμμετοχές. Τι δεν λειτούργησε σε αυτή τη συνεργασία;

Έγιναν κάποια λάθη τότε από ένα μέρος της ομάδας και όχι από μένα. Αυτό δεν έχει να κάνει με το αγωνιστικό κομμάτι, ήταν καθαρά εξωαγωνιστικό. Δεν έχει να κάνει ούτε με τον κ. Καρυπίδη, ούτε με τον κ. Διαμαντόπουλο, με τους οποίους είχα άριστη συνεργασία. Έγινε ένα λάθος για το οποίο δεν έχω μιλήσει ποτέ και ούτε θέλω. Γι’ αυτό και ήταν μόνο 9 συμμετοχές. Πάντα θυμάμαι το γήπεδο του Άρη να είναι γεμάτο και να μας υποστηρίζει. Ήταν ένα ωραίο πέρασμα στην καριέρα μου. Ο Άρης είναι μία μεγάλη ομάδα και ήταν δύσκολο να πω όχι.

Η εμπειρία της Σλοβακίας

Τον Φεβρουάριου του 2020, αφήνεις και πάλι την Ελλάδα, αυτή την φορά για την Σλοβακία. Αγωνίστηκες με δύο διαφορετικές ομάδες στη χώρα αυτή. Αρχικά με την Μιχάλοβτσε αλλά και με την Σπάρτακ Τρνάβα. Πώς βίωσες την εμπειρία ενός άλλου πρωταθλήματος; Διαφέρει το πρωτάθλημα της Σλοβακίας από αυτό της Ελλάδας;

Διέφερε πάρα πολύ σε ότι έχει να κάνει με τη δύναμη και την ταχύτητα. Όλοι οι ποδοσφαιριστές ήταν σε εκπληκτική φυσική κατάσταση. Τα γήπεδα ήταν πάρα πολύ καλά, νομίζω καλύτερα σε σύγκριση με αυτά της Ελλάδας. Πέρασα όμορφα και ήμουν παρέα με πολλούς Έλληνες. Ειδικά στη Μιχάλοβτσε, ήταν ο Κυριάκος Σαββίδης, ο Πόποβιτς, ο Κουντουριώτης και ο Γιώργος Νεοφυτίδης. Στη Μιχάλοβτσε με εκτιμήσαν πάρα πολύ. Έπαιζα συνέχεια, έβαλα γκολ και συνέβαλα ώστε η ομάδα να αγωνιστεί στα playoff. Θεωρώ πως αν ήμασταν λίγο πιο τυχεροί και δεν είχαμε το θέμα με τον Covid-19, αν παίζαμε όλα τα παιχνίδια η ομάδα θα έβγαινε και στην Ευρώπη. Αλλά γενικά από την Σλοβακία έχω ωραίες αναμνήσεις. Εκεί απόλαυσα πραγματικά το ποδόσφαιρο.

Κύπρος μέρος 2ο

Παίρνεις μία δεύτερη «γεύση» από την Κύπρο, αυτή την φορά με τα χρώματα του Ολυμπιακού Λευκωσίας. Πώς εξελίχθηκε η μεταξύ σας συνεργασία; Ποιες είναι οι διαφορές και ποιες οι ομοιότητες με το ελληνικό πρωτάθλημα;

Σε θέματα οργάνωσης η Κύπρος είναι σε πολύ καλύτερο επίπεδο συγκριτικά με την Ελλάδα. Ο Ολυμπιακός Λευκωσίας είναι μια μεγάλη και ιστορική ομάδα της Κύπρου. Αν και αγωνίστηκα σε κάποια παιχνίδια, στο τέλος της χρονιάς μιλήσαμε και αποφασίσαμε με τον πρόεδρο της ομάδας ότι είναι καλύτερο και για τις δύο πλευρές να τραβήξουμε χωριστούς δρόμους. Παρόλα αυτά η Κύπρος είναι μια χώρα που μου αρέσει πάρα πολύ. Έχω ωραίες αναμνήσεις και έχω κάνει εκεί πραγματικούς φίλους με τους οποίους έχω ακόμα πολλές επαφές. Η ομάδα έκανε εκπληκτική πορεία. Μπήκαμε στα playoff, πήγαμε στον τελικό κυπέλλου όπου δυστυχώς δεν καταφέραμε να σηκώσουμε το τρόπαιο. Παρόλα αυτά η πορεία ήταν εκπληκτική. Ο Ολυμπιακός είχε χρόνια να κάνει τέτοια σεζόν. Τουλάχιστον μια 20ετία πριν είχε γίνει κάτι ανάλογο.

Η επιστροφή στην Ελλάδα και το πρωτάθλημα με τον Λεβαδειακό

Επιστροφή για ακόμα μια φορά στην Ελλάδα, αυτή την φορά με τα χρώματα του Ιωνικού. Μια ομάδα με διαφορετικούς στόχους σε σχέση με τις προηγούμενες δύο ομάδες που αγωνίστηκες στην Super League. Παρόλα αυτά ο Ιωνικός είχε στόχο την παραμονή στην κατηγορία, κάτι το οποίο το κατάφερε στο τέλος της σεζόν. Πώς εξελίχθηκε αυτή η χρονιά τόσο για σένα όσο και για την ομάδα;

Αρχικά, η ομάδα του Ιωνικού είναι μια ομάδα με αρκετή πίεση. Έχει πολύ κόσμο που την ακολουθεί και γεμίζει το γήπεδο. Όσον αφορά σε προσωπικό επίπεδο δεν πήρα τις ευκαιρίες που άξιζα. Πιστεύω ότι είναι από τις λίγες φορές που αδικήθηκα τόσο πολύ από έναν προπονητή. Έπαιξα κάποια παιχνίδια και ήμουν πολύ καλός. Όμως μετά από μια κακή εμφάνιση απέναντι στον Παναθηναϊκό, βρέθηκα τελείως εκτός ομάδας. Η ομάδα εκπλήρωσε τους στόχους της. Σώθηκε πολύ εύκολα και έπαιξε πολύ καλό ποδόσφαιρο, ειδικά στα playout. Θεωρώ πως ήμασταν καλύτεροι σε σχέση με τις άλλες ομάδες. Στον Ιωνικό εύχομαι πραγματικά τα καλύτερα. Με τον πρόεδρο, τον κ. Τσιριγώτη, έχουμε άριστες σχέσεις και μιλάμε ακόμα και σήμερα στο τηλέφωνο. Εύχομαι του χρόνου να πρωταγωνιστήσουν και μακάρι να μπορέσουν να κάνουν και το βήμα παραπάνω.

Από την πρώτη στιγμή που μίλησα με τον Λεβαδειακό, είπα πως έρχομαι ώστε η ομάδα να ανέβει ξανά στην Super League 1.

Στον Ιωνικό μένεις μόλις 6 μήνες και αποχωρείς ως ελεύθερος. Ο Λεβαδειακός σου «χτύπησε την πόρτα» και σου έδωσε την ευκαιρία να πανηγυρίσεις τον πρώτο τίτλο της καριέρας σου. Θεωρείς ότι η πρόταση αυτή ήρθε την κατάλληλη στιγμή;

Η αλήθεια είναι πως όταν είχα την πρόταση από τον Λεβαδειακό, ένιωθα ότι κάνω ένα βήμα πίσω πηγαίνοντας από την πρώτη στη δεύτερη κατηγορία. Αλλά αυτό μου βγήκε σε πάρα πολύ καλό. Αγωνίστηκα σε πάρα πολλά παιχνίδια και βοήθησα κι εγώ με τη σειρά μου την ομάδα να πετύχει τον στόχο της ανόδου. Από την πρώτη στιγμή που πήγα εκεί και μίλησα με τον προπονητή, τον τεχνικό διευθυντή και τον πρόεδρο, τον κ. Κομπότη, τους είπα πως έρχομαι εδώ ώστε η ομάδα να βγει ξανά στην Super League 1. Τα καταφέραμε και ζήσαμε στιγμές που δεν θα τις ξεχάσω ποτέ στην ζωή μου. Εύχομαι με τη νέα χρονιά η ομάδα να έχει μια καλή σεζόν, όλοι οι ποδοσφαιριστές να έχουμε υγεία και να καταφέρουμε να εκπληρώσουμε όσο πιο νωρίς γίνεται τον στόχο μας.

Στο εξάμηνο που βρέθηκες στην ομάδα της Λειβαδιάς, πανηγυρίσατε την κατάκτηση του πρωταθλήματος της SuperLeague 2 και επιστρέψατε στην SuperLeague 1. Πες μας λίγα λόγια για την εμπειρία αυτή.

Το πρωτάθλημα της δεύτερης κατηγορίας θεωρώ πως την προηγούμενη χρονιά, που εγώ αγωνιζόμουν στην Κύπρο, ήταν πολύ καλύτερο. Είχε λίγες ομάδες που όμως ήταν οργανωμένες και υπήρχαν συνεχώς ανταγωνιστικά παιχνίδια. Μέχρι τελευταία στιγμή κρινόταν η άνοδος ανάμεσα σε Ιωνικό, Εργοτέλη και Λεβαδειακό. Φέτος, μάλλον με απόφαση του κ. Αυγενάκη, έγιναν δύο όμιλοι με πολλές ομάδες οι οποίες δεν τηρούσαν καν τις προϋποθέσεις για να συμμετέχουν στην Super League 2. Ούτε από οικονομικής άποψης αλλά ούτε από άποψης γηπέδων και εγκαταστάσεων. Με αυτόν τον τρόπο «έπεσε» το επίπεδο της δεύτερης κατηγορίας κάτι που φάνηκε σε αρκετά παιχνίδια όπου το σκορ ξέφυγε. Υπήρξαν ομάδες που ζορίζονταν ακόμα και να πληρώσουν τα εισιτήρια για να έρθουν να παίξουν στην Λιβαδειά. Εύχομαι να βρεθεί μια λύση γι’ αυτό το πρωτάθλημα. Ακόμα πρέπει να βρεθεί μια λύση ώστε να «ανεβαίνουν» δύο ομάδες απευθείας. Αυτό που έγινε φέτος, όπου τόσο εμείς όσο και η Βέροια αγωνιζόμασταν όλη τη χρονιά να βγούμε πρώτοι και μετά να παίξουμε μεταξύ μας για το ποιος θα «ανέβει» στην Super League 1, νομίζω ότι είναι η μεγαλύτερη αδικία που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Μετά την επιτυχία της φετινής σεζόν, ποιες είναι οι σκέψεις σου για το μέλλον; Θα ήθελες να συνεχίσεις την καριέρα σου στον Λεβαδειακό και να αγωνιστείς μαζί του και στην SuperLeague 1;

Έχω συμβόλαιο με τον Λεβαδειακό και του χρόνου. Έχω βρει ένα οικογενειακό κλίμα. Φυσικά και θέλω να αγωνιστώ στην Super League 1 με τον Λεβαδειακό. Άλλωστε αυτός ήταν από την αρχή ο στόχος μου. Θέλω να βοηθήσω ώστε να εκπληρώσουμε όλους τους στόχους που θα θέσουμε.

Κεφάλαιο Εθνική ομάδα

Κατόρθωσες να αγωνιστείς σε όλες τις μικρές εθνικές ομάδες της χώρας μας. Είναι ύψιστη τιμή για έναν αθλητή να φορά το εθνόσημο στο στήθος; Θα ήθελες να δοκιμάσεις τις δυνάμεις σου και στην Εθνική ανδρών;

Αγωνίστηκα σε μεγάλες διοργανώσεις και με την Εθνική νέων και με την Εθνική ελπίδων. Έχω πολύ καλές εμπειρίες. Όσον αφορά την Εθνική ανδρών μοιάζει ένα μακρινό όνειρο. Αλλά με μια καλή χρονιά στην Super League 1 όλα είναι πιθανά.

«Η οικογένεια μου είναι δίπλα μου από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησα. Κάθε βράδυ προσεύχομαι στον Θεό να με έχει υγιή».

Αν μπορούσες να γυρίσεις τον χρόνο πίσω, ποια θα ήταν η στιγμή που θα άλλαζες;

Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι, μάλλον δεν θα έφευγα από την Ιταλία και την Μπρέσια. Είχα συμβόλαιο για άλλον έναν χρόνο. Στην Ιταλία δεν κατάφερα να δώσω αυτά που μπορούσα.

Υπάρχει κάποιος άνθρωπος που σε έχει βοηθήσει στην ποδοσφαιρική σου καριέρα και σε στηρίζει ακόμα;

Η οικογένεια μου είναι δίπλα μου από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησα. Επίσης, δίπλα μου είναι και ο ατζέντης μου Χρήστος Δημητριάδης. Τον Χρήστο τον γνωρίζω πάρα πολλά χρόνια. Όταν υπήρξαν στιγμές που σχεδόν τα είχα παρατήσει, ήταν δίπλα μου και συνέχισε να πιστεύει σε μένα.

Ποιον θεωρείς εσύ σημαντικότερο παράγοντα για έναν νεαρό ποδοσφαιριστή ώστε να επιστρέψει από έναν δύσκολο τραυματισμό σε νεαρή ηλικία;

Πρέπει να ξεχάσεις τα πάντα. Να τα βάλεις όλα σε δεύτερη μοίρα και να δουλεύεις πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Για μένα επίσης σημαντικό είναι η πίστη στον Θεό. Εγώ προσωπικά κάθε βράδυ προσεύχομαι ώστε να με έχει υγιή.

Έχοντας περάσει από αρκετές ομάδες και έχοντας γνωρίσει αρκετούς ποδοσφαιριστές και προπονητές, με ποιον από όλους αυτούς κρατάς ακόμα επαφές; Έχεις κερδίσει φίλους από τον χώρο του ποδοσφαίρου;

Έχω πάρα πολλούς φίλους. Τον Κλάους, τον Σιώπη, τον Κυριακό Σαββίδη, τον Μπακασέτα και φυσικά τον κουμπάρο μου, τον Σάκη Παντελιάδη. Πραγματικά νιώθω ευλογημένος που γνώρισα τέτοια πολύ καλά παιδιά. Βλέπεις ότι όσο περνάνε τα χρόνια οι ποδοσφαιριστές αλλάζουν επίπεδο. Πλέον υπάρχουν πολλοί έξυπνοι ποδοσφαιριστές στον χώρο. Αυτό σου δίνει ελπίδα για τα επόμενα χρόνια. Εφόσον οι ΠΑΕ δεν κάνουν κάτι ώστε να βοηθήσουν το αντικείμενο που λέγεται ποδόσφαιρο, πιστεύω ότι μπορούν να το κάνουν οι ποδοσφαιριστές.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη νίκη μέσα στην Ντόρτμουντ με τον ΠΑΟΚ.

Εκτός από το ταλέντο, τι άλλο κάνει ξεχωριστό έναν ποδοσφαιριστή;

Το ήθος του γιατί το ταλέντο μετά από το πέρασμα του χρόνου δεν το θυμάται σχεδόν κανένας Εκτός αν είσαι ο Χατζηπαναγής. Πρέπει να έχεις αρχές, να έχεις ήθος και να μην σε επηρεάζει η δόξα. Να συμπεριφέρεσαι το ίδιο στους φίλους σου, στους δικούς σου ανθρώπους και στους συνεργάτες σου. Εγώ έτσι έμαθα να πορεύομαι στη ζωή μου. Δεν άλλαξα καμία στιγμή και γι’ αυτό πιστεύω ότι έχω αποκτήσει αληθινούς φίλους μέσα από το ποδόσφαιρο.

Ποια ήταν τα όνειρα σου όταν βρισκόσουν στις ακαδημίες του ΠΑΟΚ; Πραγματοποίησες κάποιο απ’ αυτά;

Πραγματοποίησα πάρα πολλά απ’ αυτά. Αγωνίστηκα και πρωταγωνίστησα με τον ΠΑΟΚ. Επίσης, αγωνίστηκα σε μια πάρα πολύ μεγάλη ομάδα όπως είναι ο Άρης. Αγωνίστηκα στο εξωτερικό. Ένα από τα όνειρα που δεν έχω πραγματοποιήσει ακόμα είναι η συμμετοχή με την Εθνική ανδρών. Γενικότερα θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό με αυτά που έχω καταφέρει να ζήσω.

Ποιον ποδοσφαιριστή είχες ως ίνδαλμα όταν ξεκίνησες να παίζεις ποδόσφαιρο;

Επειδή στα πρώτα μου ποδοσφαιρικά βήματα αγωνιζόμουν ως χαφ, είχα ως ίνδαλμα τον Λουίς Φίγκο. Από την Ελλάδα, ο πατέρας μου έλεγε να βλέπω πάντα τον Γιώργο Χ. Γεωργιάδη, που μετέπειτα τον είχα και προπονητή. Πραγματικά ήταν ένας από τους καλύτερους εξτρέμ που είχαν περάσει από τον ΠΑΟΚ.

Αν σου ζητούσαμε να ξεχωρίσεις μια στιγμή από την ποδοσφαιρική σου καριέρα ποια θα ήταν αυτή;

Είναι η νίκη μέσα στην Ντόρτμουντ. Θυμάμαι μόλις τελείωσε ο αγώνας κοίταξα στην κερκίδα και είδα τον θείο μου που ζει στην Γερμανία. Τότε πήγα και του έδωσα τη φανέλα μου. Νομίζω ότι είναι η πιο δυνατή στιγμή όλης της ζωής μου.

loading...