Εκείνο τo μεσημέρι στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού

Share it: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter

Share it: FacebookTwitterΌλα ξεκίνησαν ένα μεσημέρι, όταν η γιαγιά και ο παππούς ήρθαν να με πάρουν από το σχολείο. Γυρίσαμε σπίτι, κάναμε τα καθιερωμένα «σουτάκια» με τον παππού, έφαγα όλο το φαγητό μου (πως γινόταν να αφήσεις έστω και μία πατάτα ή λίγο από το μπιφτέκι) και μετά με έβαλλαν να κοιμηθώ. Μα πως να […]

Share it: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter

Όλα ξεκίνησαν ένα μεσημέρι, όταν η γιαγιά και ο παππούς ήρθαν να με πάρουν από το σχολείο. Γυρίσαμε σπίτι, κάναμε τα καθιερωμένα «σουτάκια» με τον παππού, έφαγα όλο το φαγητό μου (πως γινόταν να αφήσεις έστω και μία πατάτα ή λίγο από το μπιφτέκι) και μετά με έβαλλαν να κοιμηθώ. Μα πως να κοιμηθείς; Τότε μου φαινόταν σαν τιμωρία. Είχα κάνει τα μαθήματά μου και βαριόμουν πάρα πολύ, ωστόσο έπρεπε να κάνω ησυχία. Άνοιξα την τηλεόραση (στο αθόρυβο να μην ακούγεται) και έτυχε να είχε έναν αγώνα μπάσκετ. Κατευθείαν έθεσα στον εαυτό μου ένα ερώτημα:  «Το μπάσκετ ή ύπνος;», λίγο αργότερα κατάλαβα ότι μάλλον ήταν ρητορικό.

Ήταν ένας μαγνητοσκοπημένος αγώνας ανάμεσα στους Lakers και τους Magic. Κάπου εκεί είδα έναν τύπο που έπαιρνε την μπάλα συνέχεια και την έβαζε στο καλάθι, υπό οποιαδήποτε συνθήκη. Στην φανέλα του διάβαζα την λέξη «Μπριάντ». Όλη την ώρα ήταν χαμογελαστός, τον έβλεπα πως διασκέδαζε το κάθε δευτερόλεπτο. Δεν είχα καμία επαφή με το άθλημα, αν με ρωτούσε κάποιος τι είναι το 5άρι θα του έλεγα το center back, ακριβώς όπως και τώρα. Αλλά εκείνο το μεσημέρι, αυτός ο άνθρωπος μου άλλαξε ολόκληρη την εικόνα που είχα σχηματίσει για αυτό το άθλημα. Το απόγευμα της ίδιας μέρας( και κάθε μέρας από τότε), έβλεπα στον τοίχο ένα καλάθι, πέταγα την μπάλα χαμογελώντας φωνάζοντας «Μπριάάάντ» και εκείνη πάντα έμπαινε. Θυμάμαι πως όταν έμαθα ότι το όνομά του προφέρεται Μπράιαντ και όχι Μπριάντ, ένιωσα πως είχα αδικήσει τον συμπαίκτη-φίλο μου σε εκείνους τους αγώνες που λάμβαναν χώρα στη φαντασία μου. Αυτός ο τύπος ήταν μαζί μου και στο σχολείο, όταν στα διαλείμματα τα πάντα γινόντουσαν καλάθια και εγώ ήμουν ελεύθερος στην λήξη του χρόνου. Μπορεί να μην ευστοχούσα πάντα, αλλά ήταν συνέχεια εκεί να μου πει δεν πειράζει. Όταν ήμασταν μικροί, ο καθένας μπορούσε να γίνει ο ήρωας μας, αλλά ήταν περίεργο το γεγονός ότι πριν από αυτόν, το μπάσκετ για εμένα ήταν απλά ο λόγος για να αλλάξω κανάλι

Όσο μεγάλωνα τόσο περισσότερα μάθαινα για αυτόν. Πολύ γρήγορα γνώριζα το ποιος είναι και το τι έχει κάνει, ενώ παράλληλα σκεφτόμουν πως είναι ο κορυφαίος της γενιάς του. Η αφίσα του κοσμούσε τον τοίχο πάνω από το κρεβάτι μου, δίπλα σε εκείνες των Τόρες και Ροναλντίνιο. Μέχρι που, λίγα χρόνια αργότερα, όταν εγώ ήμουν στο λύκειο, αυτός ανακοίνωσε ότι οι παραστάσεις του στα γήπεδα τελειώνουν. Εκείνη την σεζόν, σε όποιο γήπεδο αγωνιζόταν, ακουγόταν ρυθμικά το όνομά του κι εγώ σκεφτόμουν το πόσο γρήγορα περνάνε τα χρόνια. Στον τελευταίο του αγώνα, θυμάμαι πως κοιτούσα τα δευτερόλεπτα και έλεγα πως δεν ήθελα να λήξει. Το τελικό σφύριγμα με βρήκε δακρυσμένο καθώς έβλεπα έναν από τους παιδικούς μου ήρωες να λέει ένα «αντίο», με δάκρυα στα μάτια, αλλά με το ίδιο χαμόγελο όπως και την πρώτη φορά που τον είδα.

Ο Κόμπι Μπράιαντ ήταν μία αφορμή για να ασχοληθείς με αυτό το άθλημα και ο λόγος που πολλοί έχουν περάσει ατελείωτες ώρες σε ένα γηπεδάκι να ρίχνουν βολές. Μα πάνω από όλα δεν ήταν απλά ένας αθλητής, αλλά ένας παιδικός ήρωας. Δυστυχώς, ο Κόμπι Μπράιαντ δεν βρίσκεται κοντά μας, αλλά για πάντα θα είναι δίπλα σε κάθε παιδάκι που βαράει βολές σε έναν κάδο, σε κάθε έφηβο που ξημεροβραδιάζεται σε ένα γήπεδο του μπάσκετ και σε όλους αυτούς που μεγάλωσαν μαζί του. Θα είναι πάντα δίπλα μου σε οποιονδήποτε τοίχο θα «βλέπω» ένα καλάθι και θα έχω την μπάλα στα χέρια μου, στην λήξη του χρόνου. Γιατί οι θρύλοι δεν πεθαίνουν ποτέ.