Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ: Τα «πέτρινα» χρόνια, από τον Μπάσμπι στον Φέργκιουσον

Share it: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter

Το Debut.gr παρουσιάζει και αναλύει τα «πέτρινα» χρόνια, από τον Μπάσμπι στον Φέργκιουσον.

Share it: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter

Ίσως για έναν οπαδό της Γιουνάιτεντ που είναι κάτω των 30 ετών να φανεί απίθανο πως κάποτε η αγαπημένη του ομάδα έκανε πάνω από δύο δεκαετίες για να σηκώσει την κούπα του πρωταθλητή. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 όμως αυτό δεν ήταν κάτι το παράξενο, αντιθέτως ήταν συνηθισμένο.

Μεταξύ των ετών 1968 και 1993 οι φανς των «Κόκκινων Διαβόλων» είδαν την ομάδα τους να μην παίρνει ούτε ένα πρωτάθλημα. Πλέον οι μέρες δόξας του Μπάσμπι είχαν φύγει ανεπιστρεπτί και η μεγάλη εποχή της Λίβερπουλ με τους 11 τίτλους επισκίαζε την ήδη προβληματική φήμη της Γιουνάιτεντ.

Είναι χαρακτηριστική η απάντηση που δίνει ο Γκάρι Νέβιλ για το πως ήταν η ομάδα πριν την έλευση Φέργκιουσον: «Η ομάδα ειχε 26 χρόνια χωρίς πρωτάθλημα, οι οπαδοί ήταν αγριεμένοι. Βλέποντας τους σημερινούς οπαδούς της ομάδας δεν μοιάζουν σε τίποτα με αυτούς που μεγάλωσα εγώ τις δεκαετίες των ’70 και ’80».

 

Η ΕΠΟΧΗ ΜΠΑΣΜΠΙ

 

Το 1967 η Γιουνάιτεντ θα κατακτήσει τον 7ο τίτλο στην ιστορία της και θα αλλάξει επίπεδο αφού έγινε μία από τις πιο επιτυχημένες ομάδες στο Νησί μαζί με την Λίβερπουλ. Για τον Μπάσμπι αυτός θα ήταν ο 5ος και τελευταίος τίτλος με την αγαπημένη του ομάδα με την οποία είχε ξεκινήσει κάκιστα στις αρχές της σεζόν 1966-67 και στη συνέχεια κατάφερε ένα σερί 20 αήττητων παιχνιδιών για να τερματήσει πρώτος.

Ωστόσο η φυγή του δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει την μακροημέρευση της ομάδας χαρίζοντας τον τίτλο της επόμενης σεζόν στους μεγάλους αντίπαλους, την Μάντσεστερ Σίτι. Βέβαια αυτό το μετρίασε η κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών την ίδια χρονιά, με τον μεγάλο Τζορτζ Μπεστ να μεσουρανεί. Οι βάσεις όμως για την μεγάλη αυτή επιτυχία είχαν μπει στην πραγματικότητα από τον Μπάσμπι, κλείνοντας αισίως 25 ολόκληρα χρόνια στην ομάδα.

Την επόμενη σεζόν ήρθε η κατάρρευση και στην Ευρώπη, ο Μπάσμπι έβλεπε το οικοδόμημα του να μην αποδίδει όπως έπρεπε και οι σκέψεις του περί αποχώρησης πλέον είχαν γίνει εμμονή. Τον Ιανουάριο του 1969 το παίρνει απόφαση και ανακοινώνει την αποχώρησή του στο τέλος της σεζόν. Η απόφασή του αυτή φέρνει τα πάνω κάτω στη Γιουνάιτεντ και η τελευταία αγωνιστική την βρίσκει την 11η θέση, ενώ το κλίμα που επικρατούσε ήταν κυριολεκτικά στα πρόθυρα της κατάθλιψης.

Ο Μπεστ έγραψε στην αυτοβιογραφία του για την αποχώρηση Μπάσμπι: «Η χαρούμενη ατμόσφαιρα που υπήρχε στα αποδυτήρια επί Μπάσμπι εξαφανίστηκε». Ήταν το τέλος μίας μεγάλης εποχής και η αρχή μίας άλλης, της «πέτρινης».

 

Η ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΜΠΑΣΜΠΙ

 

Το άτομο που επιλέχτηκε να διαδεχθεί τον Μπάσμπι ήταν ο τεχνικός των τμημάτων υποδομής, ο Βίλφ ΜακΓκίνες. Ο ΜακΓκίνες είχε το παρατσούκλι «μωρό του Μπάσμπι» και αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το ποδόσφαιρο μόλις στην ηλικία των 22 ετών από τραυματισμό.

Ο νέος τεχνικός αν και στο ξεκίνημά του είχε 8 ήττες σε 8 παιχνίδια τερμάτισε στην 8η θέση και έφτασε στα ημιτελικά του League και F.A Cup. Δεν ήταν εύκολο βέβαια να εγκλιματίσει μία εποχή 24 ετών, αλλά η ιστορία θα τον θυμάται περισσότερο σαν έναν τεχνικό-διευθυντή παρά σαν έναν προπονητή, με τις φήμες να θέλουν τον Μπάσμπι να βρισκόταν ακόμα πίσω από την ομάδα.

Ο ΜακΓκίνες άρχισε να χάνει τον σεβασμό των ποδοσφαιριστών του και δεν μπόρεσε ποτέ να δυναμώσει το ρόστερ, με τον Τύπο να τον κατηγορεί πως δεν έδινε μεγάλα ποσά για να αποκτήσει καλούς ποδοσφαιριστές. Η επόμενη σεζόν ξεκίνησε και πάλι στη μετριότητα με αποκορύφωμα τον αποκλεισμό της Γιουνάιτεντ από την Άστον Βίλα, της τρίτης κατηγορίας τότε, στο League Cup και σε συνδυασμό με το 4-4 απέναντι στη Λιντς στο πρωτάθλημα, ο ΜακΓκίνες απομακρύνθηκε από τον πάγκο.

Ο Μπάσμπι θα επιστρέψει για τα εναπομείναντα παιχνίδια βοηθώντας την ομάδα να ορθοποδήσει και να νικήσει στις επόμενες 11 από τις 19 αγωνιστικές και να αποφύγει τον υποβιβασμό. Ο Μπάσμπι όμως είχε πάρει την απόφαση να αποχωρήσει και πάλι με την Γιουνάιτεντ να είναι για άλλη μία φορά σε φάση αναζήτησης τεχνικού. Τα δύο μεγάλα ονόματα της εποχής, ο Ντον Ρέιβι και ο Τζοκ Στέιν αρνήθηκαν την θέση του προπονητή και οι «Κόκκινοι Διάβολοι» κατέληξαν στον Φρανκ Ο’ Φάρελ που μόλις είχε κερδίσει την άνοδο με την Λέστερ.

 

 

Όμως ούτε η επιλογή αυτή μπόρεσε να ευδοκιμήσει. Ο Φάρελ παραπονέθηκε πως δεν είχε την κατάλληλη οικονομική βοήθεια και σε συνδυασμό με την ανάμιξη του Μπάσμπι στα της ομάδας το κλίμα είχε «βαρύνει» αρκετά για τον ίδιο. Πλέον η ομάδα είχε μεγαλώσει ηλικιακά και δεν μπορούσε να αποδώσει τα αναμενόμενα. Ο Τσάρλτον ήταν 35 ετών, ο Λόου υπέφερε από τραυματισμούς και ο Μπεστ είχε βγει ήδη εκτός εαυτού.

Τον Δεκέμβριο του 1972 δηλώνει την παραίτησή του παραίτηση λέγοντας: «Οι περισσότεροι παίκτες της εποχής Μπάσμπι ήταν πάντα δίπλα του. Αλλά δεν μπορείς να αντικαταστήσεις παίκτες όπως ο Τσάρλτον και ο Ντένις Λόου δυστυχώς».

Επόμενος τεχνικός ο Τόμι Ντόχερτι με μεγάλη και επιτυχημένη πορεία στον πάγκο της Τσέλσι. Με τον Ντόχερτι η Γιουνάιτεντ κατάφερε να αποφύγει τον υποβιβασμό τη σεζόν 1972-73 αλλά πλέον είχε αρχίσει η κατήφορος. Η Λίβερπουλ γινόταν ο πιο επιτυχημένος σύλλογος στο Νησί και ο Τσάρλτον άφηνε τον σύλλογο μετά από 17 χρόνια.

 

 

Οι «Κόκκινοι Διάβολοι» δεν κατάφεραν ποτέ να βρουν αντικαταστάτες για τα μεγάλα ονόματα που έφυγαν και εκτός αυτού ο Μπεστ είχε ήδη αποσυρθεί δύο φορές πριν την ηλικία των 26. Την 1 Ιανουαρίου του 1974 έδωσε τον τελευταίο του αγώνα με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Πλέον οι οπαδοί ήταν απογοητευμένοι με την ομάδα τους να βρίσκεται στην ζώνη του υποβιβασμού και μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου η Γιουνάιτεντ είχε μόλις 3 νίκες σε 21 παιχνίδια.

Το αναπόφευκτο ήρθε στο τέλος της σεζόν καθώς η ομάδα που μόλις πριν έξι χρόνια μεσουρανούσε στην Ευρώπη σηκώνοντας το Κύπελλο Πρωταθλητριών υποβιβάστηκε, παίρνοντας μαζί της μία ολόκληρη εποχή αυτή που άφησε πίσω του φεύγοντας ο Σερ Ματ Μπάσμπι.

ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΤΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ

 

Από το τέλος της μίας εποχής πλέον θα περάσουμε στην αρχή μίας άλλης. Η ομάδα εμπιστεύτηκε τον Ντόχερτι ακούγοντας την συμβουλή Μπάσμπι και αυτό αποδείχτηκε σοφή επιλογή. Ο Ντόχερτι παρέμεινε πιστός στο πλάνο της ομάδας κάνοντας μόνο μία προσθήκη, αυτή του Στιούαρτ Πίρσον ενώ έδωσε την ευκαιρία σε πολλά νέα ταλέντα να αναδειχθούν. Επέλεξε να εφαρμόσει ένα αρκετά επιθετικό σχήμα το οποίο απέδωσε καρπούς, σχήμα το οποίο ήταν σε μεγάλο βαθμό το κλειδί της αναγέννησης. Πολλά χρόνια μετά την απομάκρυνσή του από τον πάγκο της Γιουνάιτεντ θα πει στους δημοσιογράφους:

«Το ήξερα πως με την επιθετική μας φιλοσοφία θα υπήρχε η πιθανότητα να δεχθούμε γκολ. Για να είμαι ειλικρινής δεν με ένοιαζε αν δεχόμασταν δύο γκολ, αρκεί να βάζαμε τρία».

H περιπλάνηση της Γιουνάιτεντ στην δεύτερη κατηγορία δεν κρατάει πολύ καθώς το 1976 κερδίζει και πάλι την άνοδο. Ο Ντόχερτι παραμένει στην πάγκο και φτάνει στον τελικό του κυπέλλου το 1976. Τον χάνει από την Σαουθάμπτον ενώ το 1977 νικάει τη Λίβερπουλ του Πέισλι και πάλι στο κύπελλο για να φτάσει στον τελικό της διοργάνωσης. Το ηθικό της ομάδας αναπτερώνεται. Έρχεται ο πρώτος τίτλος μετά από 9 χρόνια, είναι το F.A Cup κι έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία για τους οπαδούς της αφού αποτρέπουν το τρεμπλ της Λίβερπουλ.

 

 

Όσο λαμπερή και εντυπωσιακή φαινόταν η θητεία Ντόχερτι, τόσο άδοξη ήταν και το τέλος της και αυτό διότι ο λόγος της απομάκρυνσής του ήταν γιατί είχε εξωσυζυγική σχέση με την γυναίκα του φυσιοθεραπευτή της ομάδας. Στην Αγγλία έγινε ανέκδοτο ως ο άνδρας που απολύθηκε για την «αγάπη».

Επόμενη λύση ήταν αυτή του Ντέιβ Σέξτον, πρώην μάνατζερ της QPR που είχε φτάσει μία ανάσα από το πρωτάθλημα ένα χρόνο πριν. Παρόλες τις πολλές και καλές μεταγραφές που έκανε ο Σέξτον δεν μπόρεσε να πετύχει κάτι σημαντικό. Βρέθηκε στον τελικό του κυπέλλου το 1980 χάνοντας τον από την Άρσεναλ. Φυσικό επακόλουθο η αντικατάστασή του το 1981 από τον Ρον Άτκινσον. Ο Άτκινσον με το που ήρθε στην ομάδα έσπασε το ρεκόρ ακριβότερης μεταγραφής στην ιστορία του βρετανικού ποδοσφαίρου φέρνοντας τον Μπράιαν Ρόμπσον από την Γουέστ Μπρομ.

Οι φίλαθλοι εντυπωσιάστηκαν, η ομάδα ανέβηκε επίπεδο και μέσα σε τρία χρόνια οι «Κόκκινοι Διάβολοι» κέρδισαν δύο φορές το κύπελλο F.A (1983, 1985). Το 1986 μάλιστα έφτασε μία ανάσα από την κατάκτηση του πρωταθλήματος αλλά στο τέλος μετά από τραγικά λάθη της διοίκησης η ομάδα τερμάτισε 4η. Την επόμενη σεζόν βρέθηκε και πάλι στην ζώνη του υποβιβασμού. Άμεση συνέπεια ήταν η αποχώρηση του Άτκινσον, γεγονός που άνοιξε διάπλατα τον δρόμο για την έλευση του «μεσσία» της ομάδας, λέγε με Σερ Άλεξ Φέργκιουσον.

 

ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΕΡΓΚΙΟΥΣΟΝ

Ο Φέργκιουσον ανακοινώθηκε μόλις λίγες ώρες μετά την αποχώρηση Άτκινσον. Είχε φτάσει μία ανάσα από τον πάγκο της ομάδας και το προηγούμενο καλοκαίρι αλλά ο ίδιος δεν ήταν ακόμα έτοιμος να αφήσει την Αμπερντίν.

Στην Αμπερντίν ο Σερ Άλεξ είχε πετύχει το απίστευτο, να αμφισβητήσει την κυριαρχία του Σκωτσέζικου πρωταθλήματος από τα δύο μεγαθήρια κερδίζοντας 3 πρωταθλήματα και 4 κύπελλα σε 8 χρόνια στον πάγκο της. Αυτό όμως που του άνοιξε την πόρτα της επιτυχίας ήταν η κατάκτηση του κυπέλλου κυπελλούχων το 1983 απέναντι στην Ρεάλ Μαδρίτης.

 

Ο Φέργκιουσον το πρώτο που διαπίστωσε ήταν πως η ομάδα ήταν εξαρτημένη από το ποτό. Μεγάλα ονόματα όπως οι Ρόμπσον, Γουάιτσαϊντ και ΜακΓκράθ ήταν εθισμένοι, πράγμα το οποίο ήταν γνωστό στις τάξεις της ομάδας. Την πρώτη του χρονιά τερμάτισε 11ος πράγμα το οποίο ήταν πολύ σημαντικό μιας και δεν πραγματοποίησε καμία μεγάλη μεταγραφή.

Την επόμενη σεζόν ο Σερ Άλεξ θα αγοράσει τρεις μεγάλες κολόνες για την ομάδα, τον Βιβ Άντερσον, Στιβ Μπρους και Μπράιαν ΜακΚλέιρ. Όλοι τους θα αποδειχθούν «λίρα εκατό» μιας και η ομάδα τερματίζει δεύτερη έχοντας μόνο πέντε ήττες σε όλη τη σεζόν. Τη σεζόν 1988-89 η Γιουνάιτεντ πραγματοποιεί «κοιλιά» τερματίζοντας και πάλι 11η με το εξής παράλογο, τον Φεβροουάριο να βρίσκεται στην 3η θέση και έως το Μάιο να χάνει σερί 14 αγώνες.

Παράλληλα η Λίβερπουλ κατακτούσε τον ένα τίτλο μετά τον άλλο με τους «Κόκκινους Διαβόλους» να διανύουν ένα σερί 22 ετών χωρίς τίτλο και τον Φέργκιουσον να αναφέρει: «Ο κόσμος μιλάει για μία μορφή κατάρας για την ομάδα μας, ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω για τι ακριβώς μιλάνε».

Το καλοκαίρι που ακολούθησε ονομάστηκε από τους ιστορικούς του ποδοσφαίρου ως καλοκαίρι αναδόμησης για την Γιουνάιτεντ και ας έφερε πολλές μουρμούρες. Οι ΜακΓκράθ και Γουάιτσάιντ έφυγαν, το ίδιο και ο Στράχαν για την Λιντς και ο Μόζες αναγκάστηκε να αποσυρθεί λόγω τραυματισμών. Οι μόνοι που είχαν μείνει στην ομάδα από την παλία Γιουνάιτεντ ήταν οι Ρόμπσον και Ντούξμπουρι.

Παρόλα αυτή η πίεση που είχε ασκήσει η διοίκηση στο πρόσωπο του Σκωτσέζου ήταν ασφυκτική: «Ήταν η δυσκολότερη περίοδος της καριέρας μου», θα παραδεχτεί αργότερα ο ίδιος. Η σεζόν 1989-1990 θα συνδυαστεί με την αβεβαιότητα στον πάγκο της Γιουνάιτεντ μετά και την ισοπαλία (0-0) απέναντι στην QPR, ενώ οι φήμες έλεγαν πως σε ενδεχόμενη ήττα και από την Κρίσταλ Πάλας στο κύπελλο ο Φέργκι θα αποτελούσε παρελθόν.

 

Ο Σκωτσέζος μάνατζερ όμως δεν έφυγε ποτέ καθώς το κύπελλο κατέληξε στη «κόκκινη» πλευρά του Μάντσεστερ και η 13η θέση του πρωταθλήματος πέρασε αναίμακτα για την Γιουνάιτεντ. Το 1992 με νίκη επί της Φόρεστ οι «κόκκινοι» θα σηκώσουν και το δεύτερο συνεχόμενο Λιγκ καπ. Η μεγάλη αντίπαλος, Λίβερπουλ είχε αρχίσει να παρακμάζει, ο Νταγκλίς είχε αποσυρθεί ενώ οι μεγάλοι αστέρες ήταν στο «κύκνειο» άσμα τους. Το 1993 έρχεται και ο πρώτος τίτλος για την ομάδα, πρώτος μετά το 1967 και ένα χρόνο αργότερα το 1994 θα έρθει και ο δεύτερος συνεχόμενος, μαζί με το κύπελλο F.A, πράγμα το οποίο είχε να συμβεί από το 1957 (πρώτο νταμπλ στην ιστορία της ομάδας)!

Οι ίδιοι φίλαθλοι που περίμεναν πάνω από δύο δεκαετίες για το μεγάλο τρόπαιο του πρωταθλήματος τώρα ανταμείβονταν με τον καλύτερο τρόπο. Μετά από 26 ολόκληρα χρόνια η Γιουνάιτεντ ήταν και πάλι πρωταθλήτρια και όλα αυτά χάρη στον αναμορφωτή της ομάδας, τον Σερ Άλεξ Φέργκιουσον. Ο Φέργκι σήκωσε έξι πρωταθλήματα στα επόμενα 8 χρόνια και μέχρι την απόσυρσή του από τον πάγκο της ομάδας το 2013 είχε κάνει την Γιουνάιτεντ τον πιο επιτυχημένο σύλλογο στην ιστορία του αγγλικού πρωταθλήματος. Ο θρυλικός Σκωτσέζος μπορεί να σήκωσε 13 πρωταθλήματα αλλά το μεγαλύτερο κατόρθωμά του ήταν ότι κατάφερε να εκθρονίσει την Λίβερπουλ από την ηγεμονία.

 

 

Η ιστορία ίσως να γραφόταν αλλιώς εάν σε εκείνο τον τελικό του κυπέλλου απέναντι στη Φόρεστ ο Φέργκι δεν έπαιρνε την νίκη, ίσως και όχι, αυτό που έχει σημασία είναι πως ο Σερ Άλεξ γιγάντωσε το όνομα και το brand name της Γιουνάιτεντ αφήνοντας παρακαταθήκη τους τίτλους του και την αξία του.

«Δεν θα μάθουμε ποτέ πόσο κοντά είχα φτάσει στην απόλυσή μου εκείνη την περίοδο, η επιλογή ήταν της διοίκησης. Αλλά εάν δεν ερχόταν η νίκη οι οπαδοί μας θα είχαν τελείως διαφορετική συμπεριφορά, και θα ήταν καταστροφική για τον σύλλογο», γράφει ο Σερ Αλεξ Φέργκιοσον στην αυτοβιογραφία του.

Η Γιουνάιτεντ από την αποχώρηση του Φέργκιουσον και μετά δεν έχει μπορέσει να ορθοποδήσει με κάποιον τίτλο. Η επιλογή Μόγιες που ήταν υπόδειξη του ίδιου το Φέργκι δεν απέδωσε, ούτε και του Φαν Χάαλ, όπως ακριβώς και με τις περιπτώσεις ΜακΓκίνες και Ο’ Φάρελ την δεκαετία του ’70. Πιθανότατα να μην χρειαστούν άλλα 26 χρόνια για τον επόμενο τίτλο πρωταθλήματος αλλά αυτά τα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν μπορούν να γίνουν η απαρχή μιας νέας δυναστείας, αυτής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.

Ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον στην πρώτη και στην τελευταία του μέρα στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ: