Παναγιώτης Γιαννάκης: Ο «Δράκος» Της Ελλάδας

Share it: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter

Το debut.gr ξετυλίγει το κουβάρι ενός εκ των κορυφαίων προσωπικοτήτων στο χώρο του μπάσκετ που δεν είναι άλλο από τον Παναγιώτη Γιαννάκη.

Share it: Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter

Το όνομά του έχει συνδεθεί με τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Ελληνικού μπάσκετ. Αποτελεί ένα σπουδαίο πρότυπο παίκτη και προπονητή, έχοντας κατακτήσει τίτλους σε κορυφαίο επίπεδο και δεν είναι υπερβολή να πούμε πως αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες που έχει αναδείξει η χώρα μας. Φυσικά και αναφερόμαστε στον «Δράκο» Παναγιώτη Γιαννάκη και μέσα από το debut.gr παρουσιάζουμε τη σπουδαία καριέρα του.

Ηγέτης από μικρή ηλικία

Ξεκίνησε τη καριέρα του από τον Ιωνικό Νίκαιας στον οποίο εντάχθηκε σε ηλικία 13ων ετών. Αποτέλεσε ένα πολύ σημαντικό κομμάτι του συλλόγου τον οποίο και οδήγησε σε σπουδαίες επιτυχίες.

Αρχικά, το 1976 ο Ιωνικός, με τον Γιαννάκη στην σύνθεσή του, κατέκτησε το πρωτάθλημα εφήβων απέναντι στον Ηρακλή. Η κατάκτηση αυτή αποτέλεσε εφαλτήριο και για άλλες σπουδαίες επιτυχίες.

Η ομάδα του Ιωνικού κατάφερε να προβιβαστεί στην πρώτη εθνική κατηγορία και πραγματοποιώντας πολύ καλές εμφανίσεις τερμάτισε στην 5η και στην 6η θέση το 1978 και 1979 αντίστοιχα, κερδίζοντας παράλληλα και τη συμμετοχή του στο Κύπελλο Κόρατς. Μάλιστα, τη σεζόν 1978-1979 ο Παναγιώτης Γιαννάκης αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του ελληνικού πρωταθλήματος.

Οι εμφανίσεις του αυτές δεν πέρασαν απαρατήρητες ούτε από το ΝΒΑ. Έτσι, το 1982 επιλέχθηκε στο draft από τους Boston Celtics, όντας ο πρώτος Έλληνας καλαθοσφαιριστής, δίχως αμερικανική υπηκοότητα, που το πέτυχε.

Αναμφισβήτητα, η στιγμή που έχει παραμείνει αξέχαστη από τον Παναγιώτη Γιαννάκη στον Ιωνικό είναι η μάχη του με τον, μέλλοντα συμπαίκτη του, Νίκο Γκάλη. Σε ματς της σεζόν 1983-1984 ο Άρης κατάφερε να νικήσει τον Ιωνικό με 114-113, με τον Γκάλη να σημειώνει 62 πόντους και τον Γιαννάκη να σημειώνει 72. Ποιος να φανταζόταν ότι από την επόμενη σεζόν θα συνέθεταν ένα από τα καλύτερα δίδυμα του ελληνικού μπάσκετ.

Αναπόσπαστο κομμάτι της Αυτοκρατορίας του Άρη

Αναμφίβολα, όταν έρχεται στο μυαλό μας ο Άρης της παλιάς εποχής, το μυαλό μας ασυναίσθητα πάει στους Γκάλη-Γιαννάκη. Πρόκειται εξάλλου για δύο παίκτες που άλλαξαν όλη την ιστορία του ελληνικού μπάσκετ.

Ο Γιαννάκης παρέμεινε στον Άρη εννέα ολόκληρα χρόνια (1984-1993). Ίσως τα καλύτερα χρόνια της καριέρας του. Έφτασε στον Άρη σε μία περίοδο όπου δεν είχε καταφέρει να κατακτήσει κάποιο τίτλο παρά την ανωτερότητά του. Με τον Γιαννάκη στην σύνθεση τα πάντα άλλαξαν.

Σε εννέα χρόνια ο Άρης κατέκτησε επτά πρωταθλήματα Ελλάδας, έξι κύπελλα Ελλάδας και ένα Κύπελλο Κυπελλούχων το 1993 που αποτελεί και το πρώτο Ευρωπαϊκό τρόπαιο του «Αυτοκράτορα».

Σίγουρα στην μνήμη πολλών έχουν μείνει χαραγμένες οι ανεπιτυχείς προσπάθειες του Άρη να κατακτήσει το βαρύτιμο τρόπαιο της Euroleague (τότε Κύπελλο Πρωταθλητριών). Έφτασε τρεις φορές σε Final Four αλλά και τις τρεις φορές η «αρμάδα» του Γιάννη Ιωαννίδη δεν κατάφερε ποτέ να το κατακτήσει. Ίσως να αποτελεί και το μοναδικό ψεγάδι της ομάδας αυτής.

Πολλοί είναι όμως αυτοί που πιστεύουν πως αν Γκάλης δεν έπαιρνε την απόφαση να αποχωρήσει από τον Άρη με προορισμό τον Παναθηναϊκό, η τύχη θα γυρνούσε με το μέρος τους γιατί το χρωστούσε. Τόσο στο σύλλογο αλλά τόσο και στους παίκτες.

Κεφάλαια Πανιώνιος – Παναθηναϊκός

Μετά το τέλος τη συνεργασίας του με τον Άρη, αγωνίστηκε για μία χρονιά (1993-1994) με τα χρώματα του «Ιστορικού» Πανιώνιου. Με συμπαίκτες τους Φάνη Χριστοδούλου και Χένρι Τέρνερ, ο Πανιώνιος δημιούργησε μία αξιόλογη ομάδα όπου ο κάθε ένας είχε το ρόλο του.

Αυτό μάλιστα φάνηκε και από το αποτέλεσμα καθώς ο Πανιώνιος έφτασε μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου Κόρατς, όπου όμως αποκλείστηκε από τον μετέπειτα πρωταθλητή ΠΑΟΚ. Στο πρωτάθλημα τερμάτισαν στην τέταρτη θέση ενώ στο θεσμό του κυπέλλου έφτασαν μέχρι τον ημιτελικό.

Η μοίρα τα έφερε έτσι που θα ξανασυναντιόταν με τον Νίκο Γκάλη. Το 1994 μεταγράφηκε στον Παναθηναϊκό, στον οποίο παρέμεινε για δύο σεζόν (1994-1996).

Στον ημιτελικό του Final-Four της Σαραγόσας εναντίων του Ολυμπιακού, ένας τραυματισμός πριν το ημίχρονο τον οδήγησε εκτός αγώνα. Μέχρι εκείνο το σημείο ο Παναθηναϊκός ήταν μπροστά στο σκορ αλλά στο τέλος κατέρρευσε και έτσι η νίκη πήγε στον «αιώνιο αντίπαλο».

Η συνεργασία αυτή ήταν ότι καλύτερο μπορούσε να συμβεί στην καριέρα του αν αναλογιστούμε την κατάληξή της. Με συμπαίκτη τον Ντόμινικ Ουίλκινς κατάφεραν να φτάσουν στην κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδος και του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος. Έγινε έτσι η πρώτη ελληνική ομάδα που κατάφερνε κάτι τέτοιο και με αυτό το τρόπο ο Γιαννάκης ολοκλήρωσε και την καριέρα του ως παίκτης.

Εθνική Ελλάδος

Σε ηλικία μόλις 17 ετών, ο Γιαννάκης θα έκανε το ντεμπούτο του με την Εθνική ομάδα. Ήταν ένα ματς εναντίων της Τσεχοσλοβακίας στα πλαίσια του τουρνουά ΔΕΘ στην Θεσσαλονίκη.

Αγωνίστηκε συνολικά σε 351 παιχνίδια, σκοράροντας συνολικά 5,301 πόντους (15,10 κατά μέσο όρο). Αποτέλεσε τον αρχηγό της Εθνικής για αρκετά χρόνια και ήταν αυτός που σήκωσε το βαρύτιμο τρόπαιο του Ευρωμπάσκετ του 1987 στην Αθήνα που αποτελεί μέχρι σήμερα μία από τις σπουδαιότερες βραδιές του ελληνικού αθλητισμού.

Συμμετείχε συνολικά σε οκτώ Ευρωμπάσκετ, τρία Παγκόσμια Πρωταθλήματα και στους Ολυμπιακούς αγώνες στην Ατλάντα (5η θέση). Αυλαία με την γαλανόλευκη φανέλα έριξε στις 2 Αυγούστου του 1996 σε ματς εναντίων της Βραζιλίας.

Στροφή Στην Προπονητική

Αναμφίβολα, ο Παναγιώτης Γιαννάκης αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του μπάσκετ όχι μόνο για τις επιδόσεις του ως αθλητής αλλά και ως προπονητή. Ποιος μπορεί αν ξεχάσει τις στιγμές που μας έχει χαρίσει η Εθνική ομάδα, με τον «Δράκο» στο τιμόνι.

Μετά την απόσυρσή του από τα παρκέ, ανέλαβε το 1997 ως προπονητής την Εθνική ομάδα, μη έχοντας προηγούμενη εμπειρία. Βέβαια πολλοί θα διαφωνήσουν σε αυτό το σημείο γιατί ο Γιαννάκης έχει μείνει στην μνήμη πολλών ως ο προπονητής που βρισκόταν εντός παρκέ κατά τη διάρκεια του αγώνα. Φυσικά και δεν θα διαφωνήσουμε εδώ. Στο Ευρωμπάσκετ της Ισπανίας το 1997 και το Μουντομπάσκετ της Αθήνας το 1998, η Ελλάδα κατέκτησε την 4η θέση ενώ και στις δύο περιπτώσεις γνώρισε τον αποκλεισμό από την πανίσχυρη Γιουγκοσλαβία, η οποία εν τέλει κατέκτησε και τους τίτλους.

Το 2001 ανέλαβε προπονητής του Πανιωνίου για έναν χρόνο και στην συνέχεια ακολούθησαν τα εκπληκτικά χρόνια (2002-2006) στο Μαρούσι. Το 2004 με την ομάδα της Αθήνας έφτασαν στην κατάκτηση της 2ης θέσης του πρωταθλήματος και άγγιξαν την κορυφή της Ευρώπης αλλά στο τελικό του FIBA Europe League έχασαν στον τελικό από την Ούνικς Καζάν. Παράλληλα είχε αναλάβει ξανά τα ηνία της Εθνικής ομάδας και στους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004 στην Αθήνα έφτασαν στην 5η θέση. Τα καλύτερα όμως δεν είχαν έρθει ακόμα.

Από το 2005 μέχρι το 2008 η Εθνική ομάδα γνώρισε πολύ μεγάλες επιτυχίες που ελπίζουμε να υπάρξουν ξανά. Το 2005 η Εθνική ανέβηκε στο ψηλότερο σκαλί, κατακτώντας το χρυσό μετάλλιο στο Βελιγράδι, 18 χρόνια μετά το 1987. Το 2006 μετά τον άθλο στον ημιτελικό με την Αμερική και το 101-95, περιορίστηκε στη 2η θέση στο Μουντομπάσκετ στη Σαϊτάμα. Ακολούθησε το Ευρωμπάσκετ της Ισπανίας και η 4η θέση καθώς και οι Ολυμπιακοί αγώνες στο Πεκίνο που έφεραν την 5η θέση.

Το Φεβρουάριο του 2008 ανέλαβε τον Ολυμπιακό με μοναδικό στόχο την επιστροφή στις επιτυχίες, ενώ μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2008 απομακρύνθηκε από την Εθνική ομάδα. Με τον Ολυμπιακό έφτασε μέχρι τους 8 της Euroleague αλλά αποκλείστηκε από την CSKA Μόσχας. Ακολούθησε η επιστροφή του Ολυμπιακού σε Final Four (2009) μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια αλλά περιορίστηκε στην 4η θέση. Το 2010 κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδος και στην Euroleague έφτασε μέχρι το τελικό του Παρισιού όπου ο Ολυμπιακός υπέκυψε στην ανωτερότητα της Barcelona. Ο Γιαννάκης αποτελεί το μοναδικό Έλληνα μπασκετμπολίστα που συμμετείχε σε τελικό Ευρωπαϊκής διοργάνωσης ως παίκτης και ως προπονητής.

Το 2012 ανέλαβε για μία σεζόν τη γαλλική Limoges και το 2013 πέρασε από τον προπονητικό πάγκο της Κίνας. Τα πολλά προβλήματα με την ομοσπονδία τον έκαναν να αποχωρήσει ένα χρόνο μετά παρά το τριετές συμβόλαιό του. Το 2017 επέστρεψε στην ομάδα της καρδιάς του, τον Άρη. Τα ανεπιτυχή αποτελέσματα και οι γενικότερες ανορθογραφίες του συλλόγου σε οικονομικό και διοικητικό επίπεδο τον έκαναν να αποχωρήσει στις 21 Μαρτίου του 2018.

Καταλήγοντας, πολλοί είναι αυτοί που έχουν σκεφτεί πως ο μόνος που μπορεί να επαναφέρει ξανά την Ελλάδα στο δρόμο των επιτυχιών είναι ο «Δράκος». Το υλικό της Εθνικής σε καμία περίπτωση δεν περνά απαρατήρητο, θέλει όμως προσεγμένη διαχείριση. Οι ικανότητες του Γιαννάκη είναι αδιαμφισβήτητες και σίγουρα θα ταίριαζε με το σύνολο που απαρτίζει την Εθνική ομάδα. Η Ελληνική ομοσπονδία παρόλα αυτά έχει την δική της άποψη σε πολλά σημεία. Εμείς φτάνει να πούμε πως είμαστε ευγνώμονες γι’ αυτά που έχει προσφέρει ο «Δράκος» στο Ελληνικό μπάσκετ.