Όσα μου «άφησε» το Μουντιάλ.

Κάτι παραπάνω από μια εβδομάδα μετά τη λήξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου,ο Μανώλης Μακρόπουλος μέσω του debut.gr παραθέτει τα όσα θα έχει να θυμάται από τα γήπεδα της Ρωσίας.

Η αλήθεια είναι πως ήθελα πολύ να γράψω κάτι για το εφετινό Μουντιάλ. Κάποιες σκόρπιες σκέψεις, συναισθήματα, γνώσεις και στιγμές που «μου άφησε». Σίγουρα όχι τόσο για τακτικές αναλύσεις και…»ψαγμενιές», ούτε κάποιου είδους αφιέρωμα στην πρωταθλήτρια κόσμου Γαλλία (ή οποιαδήποτε άλλη χώρα). Έτσι λοιπόν αποφάσισα να αποτυπώσω -σε όσο το δυνατόν μικρότερη έκταση- μερικά «bullets» που κρατάω από το Μουντιάλ της Ρωσίας.

Εν αρχή το VAR.

 Προσωπικά το θέμα της εισαγωγής του Video Assistant Referee με βρίσκει κάπου στη μέση. Ναι μεν τα λάθη μειώνονται σχεδόν σε…ολοκληρωτικό βαθμό, από την άλλη δε, «χάνεται» κατά κάποιο τρόπο η «μαγεία» του αθλήματος. Πάντως, η αλήθεια είναι πως βοήθησε κατά πολύ το έργο των διαιτητών κατά τη διάρκεια του τουρνουά. Συγκεκριμένα, στα 64 ματς, 455 «ύποπτες» φάσεις πέρασαν από το «μικροσκόπιο» της τεχνολογίας, δηλαδή περίπου 7 ανά αγώνα, ενώ 20 από αυτές επανεξετάσθηκαν και από τον «άρχοντα» της αναμέτρησης. Πλέον, το ποδόσφαιρο γυρίζει σελίδα, μπαίνει σε μια νέα εποχή, και μέσω της τεχνολογίας, εξελίσσεται όχι μόνο στο αθλητικό κομμάτι, αλλά και στο -δύσκολο- κομμάτι της διαιτησίας.

Το τέλος εποχής (;) για την Ισπανία.

 Πρόκειται αναμφίβολα για μια ομάδα που άφησε τη δική της εποχή στο ευρωπαϊκό αλλά και παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Μια ομάδα, ή καλύτερα μια γενιά ποδοσφαιριστών που κέρδισε το θαυμασμό και το χειροκρότημα του μεγαλύτερου μέρους των φιλάθλων, χάρη στα κατορθώματά της τα περασμένα χρόνια (δύο σερί κατακτήσεις Euro και ένα Μουντιάλ). Ωστόσο, και παρά το εξαιρετικό και γεμάτο ταλέντο ρόστερ της, δεν κατάφερε να διακριθεί στα γήπεδα της Ρωσίας. Και όχι μόνο δε κατάφερε, αλλά κατά πολλούς, πρόκειται για ένα τέλος εποχής. Η αλήθεια είναι, πως το «τίκι-τάκα» που «έκλεψε» και αφομοίωσε από τη Μπαρτσελόνα, «κούρασε» στο φετινό τουρνουά. Σχεδόν και στα τέσσερα παιχνίδια που είδαμε τη «Φούρια Ρόχα», η κατοχή και το ασταμάτητο passing game δεν έφερνε κάτι άλλο πέρα από…υπνηλία. Το ποδόσφαιρο σιγά-σιγά αλλάζει στυλ. Το μοντέλο της Μπαρτσελόνα που κυριάρχησε για μια δεκαετία αφήνει τη θέση του (η ίδια η Μπαρτσελόνα τείνει να το εγκαταλείπει) σε μια άλλου είδους προσέγγιση του παιχνιδιού. Περίπου αυτή που παρουσίασε η -πλέον- Παγκόσμια πρωταθλήτρια Γαλλία. Δίνω τη μπάλα στον αντίπαλο, και τον χτυπάω στην κόντρα. Άλλωστε, κακά τα ψέμματα, με αυτή την τακτική η Ρεάλ Μαδρίτης…μονοπωλεί τα τελευταία χρόνια στο Τσάμπιονς Λίγκ. Πέραν αυτού, τα μεγάλα αστέρια της ομάδας, πλέον είναι μεγάλα και στην ηλικία, με ότι αυτό συνεπάγεται.  Μήπως λοιπόν ήρθε η ώρα οι Ισπανοί να κάνουν μια αλλαγή; Ή μήπως δε μπορούν να την κάνουν;

Οι σταρ που δεν απέδωσαν.

   Δεν πρόκειται μόνο για τους κυρίους της παραπάνω φωτογραφίας, ωστόσο αυτοί είναι που κερδίζουν την περισσότερη προσοχή (όχι άδικα) και ταυτόχρονα τις περισσότερες απαιτήσεις των ομάδων τους. Εν αρχή, ο Κριστιάνο Ρονάλντο. Δεν ξέρω αν ο Πορτογάλος σταρ είχε στο μυαλό του τη Γιουβέντους ή τέλος πάντων τον επόμενο σταθμό της καριέρας του, κατά τη διάρκεια του τουρνουά. Σίγουρα, και ο ίδιος ήξερε βαθιά μέσα του πως η χώρα του δεν είναι για..πολλά-πολλά. Εκτός λοιπόν του πρώτου αγώνα, στον οποίο τα έδωσε όλα (μεταξύ των οποίων και ένα από τα γκολ της διοργάνωσης), ο «Cr7″ ήταν σχεδόν…»άφαντος» στα υπόλοιπα τρία, με αποκορύφωμα το νοκ-άουτ με την Ουρουγουάη. Στα 33 του, έχοντας κατακτήσει τα πάντα, ο Κριστιάνο πήγαινε στη Ρωσία για το -λογικά- τελευταίο του Παγκόσμιο Κύπελλο. Και δε νομίζω πως θα θέλει να το θυμάται ιδιαίτερα.

 Εν συνεχεία, ο κύριος Νεϊμάρ Τζούνιορ. Θα μπορούσα πολύ εύκολα να γράψω χιλιάδες λέξεις για τα όσα του «σέρνουν» περί θεάτρου και «βουτιών», όμως τα θεωρώ τουλάχιστον αστεία για ν’ασχοληθώ. Στο αγωνιστικό μέρος, εκτός από το β’ ημίχρονο του αγώνα με την Κόστα Ρίκα, το ματς με το Μεξικό για τους «16» και το τελευταίο τέταρτο με το Βέλγιο (προημιτελικά), ο σούπερ-σταρ της Παρί Σεν Ζερμέν σε καμία περίπτωση δεν δικαίωσε τις προσδοκίες των Βραζιλιάνων και μη. Παίζοντας το «δικό του» παιχνίδι, με ελάχιστη ουσία και συνεχή «τσαλιμάκια», ο 26χρονος απέδειξε για ακόμη μια φορά πως ξεχειλίζει από ταλέντο, αλλά και ανωριμότητα. Η Βραζιλία είχε μια τεράστια ευκαιρία (βάσει ρόστερ) να κάνει 6 τα αστέρια της, αλλά ο Νεϊμάρ δε μπόρεσε να την πάρει από το χέρι…

Τελευταία ευκαιρία για τον Λιονέλ Μέσι; Μόνο ο ίδιος γνωρίζει. Ή μάλλον, ούτε ο ίδιος γνωρίζει αν θα είναι σε θέση στα 34 προς 35 του, να ταξιδέψει στο Κατάρ (αν βέβαια δώσει το παρών η Αργεντινή). Ύστερα από τον αποκλεισμό της Μπαρτσελόνα στο Τσάμπιονς Λίγκ, με το πρωτάθλημα «κλειδωμένο» και μόνη…σοβαρή υποχρέωση τον τελικό Κυπέλλου, ο Μέσι ανά τακτά χρονικά διαστήματα έπαιρνε ανάσες από τον Ερνέστο Βαλβέρδε, προκειμένου να είναι όσο το δυνατόν πιο έτοιμος, πιο ξεκούραστος, ενόψει Ρωσίας. Και εκεί, μαζί με τους συμπαίκτες του, τα έκανε θάλασσα. Θύμισε Μέσι μόνο στο ματς-τελικό με τη Νιγηρία, ήταν μέτριος στην πρεμιέρα και κακός με Κροατία και Γαλλία. Μα πάνω απ’όλα του έλειπε αυτό που λέμε «eye of the tiger». Όσοι παρακολούθησαν τα παιχνίδια της Αργεντινής, σίγουρα θα παρατήρησαν ορισμένες γκριμάτσες του άσου της «Μπάρσα», γκριμάτσες απόγνωσης, απογοήτευσης. Μια Αργεντινή χωρίς πλάνο, χωρίς προπονητή, χωρίς αξιόλογους παίκτες, και με τον ηγέτη της σε κακή κατάσταση. Και πολύ της ήταν οι «16». Δυστυχώς, τόσο ο Μέσι όσο και ο Κριστιάνο, δύο μεταξύ των καλύτερων ever, -μάλλον- θα μείνουν χωρίς το συγκεκριμένο τρόπαιο. Όχι ότι αυτό σημαίνει κάτι ή μειώνει την τρομερή αξία τους, αλλά όσο να ναι..είναι το Παγκόσμιο Κύπελλο!

Εκτός όμως από τους συγκεκριμένους, γενικότερα στο φετινό τουρνουά οι «σούπερ» σταρ δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, και κυρίως είχαν άλλους, που τραβούν λιγότερο τα φώτα, να «ξελασπώνουν» (βλέπε Καντέ). Προφανώς, η γεμάτη και απαιτητική σεζόν που είχαν στα πόδια τους παίζει το ρόλο της, ωστόσο προσωπικά δε θα θυμάμαι του Μουντιάλ της Ρωσίας για τις εμφανίσεις των σταρ της εποχής.

 Ένας ταπεινός εργάτης.

 Πριν την έναρξη του τουρνουά, «έχασε» τον αδερφό του. Στον τελικό, έπαιξε με γαστρεντερίτιδα. Στους πανηγυρισμούς, ντρεπόταν να ζητήσει το τρόπαιο για να φωτογραφηθεί. Η λέξη «ταπεινότητα» είναι μικρή μπροστά στο μεγαλείο του Εν’Γκολό Καντέ. Ένας αθλητής που πριν λίγα χρόνια αγωνιζόταν στη δεύτερη κατηγορία της Γαλλίας, και πλέον είναι πρωταθλητής κόσμου. Μια καριέρα αξιοζήλευτη, με δύο συνεχόμενες κατακτήσεις Πρέμιερ Λίγκ (και βραβείο του πολυτιμότερου παίκτη), κύπελλα, και τώρα το πιο σπουδαίο. Ο Καντέ, ένας πραγματικός «σκύλος» , ένα «μηχανάκι» που καταπίνει χιλιόμετρα στο γήπεδο, που είναι πάντα εκεί για να καλύψει τα λάθη ή τα κενά, είναι σίγουρα ένα από τα πρόσωπα της διοργάνωσης. Σεμνός, πάντοτε χαμογελαστός, και πάνω απ’ όλα αυθεντικός, κέρδισε πανάξια μια θέση στο «πάνθεον» των παικτών που άφησαν το «στίγμα» τους στην κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση. Τέλος, η κίνησή του να δώσει το τρόπαιο σε μικρά παιδιά που απλώς ήθελαν να το…αγγίξουν, αποδεικνύει περίτρανα την αυθεντικότητα, την ανθρωπιά, την καλοσύνη, και το ότι δεν ξεχνά από που ξεκίνησε…

«Golden boy» που θα αφήσει εποχή.

Δεν είναι καν 20 ετών και ήδη εκπλήρωσε το μεγαλύτερό του όνειρο. Ο «πολυτιμότερος νέος» του Μουντιάλ, ο παίκτης που έκανε ρεκόρ όλων των εποχών σε ταχύτητα («έπιασε» 37 χλμ/ώρα στο ματς με την Αργεντινή), που σκόραρε στον τελικό, που αποτέλεσε την κύρια πηγή εμπνεύσεων των πρωταθλητών. Ο Κίλιαν Μπαπέ κέντρισε δικαίως τα βλέμματα με τις καταπληκτικές εμφανίσεις του κατά τη διάρκεια του θεσμού. Αποτέλεσε τον..μεγαλύτερο «φόβο» όσων χωρών αντιμετώπισαν τη Γαλλία, με αρκετούς -προσωπικούς- αντιπάλους του μάλιστα να…κάνουν βήματα προς τα πίσω, ώστε να μην εκτεθούν από τον ταχύτατο επιθετικό της Παρί. Ο Μπαπέ έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός σύγχρονο winger. Ταχύτητα, τεχνική, αίσθηση του χώρου και καλή αντίληψη του παιχνιδιού, τρίπλα και εκτέλεση. Έχει επίσης όλο τον κόσμο στα πόδια του (αν και ξεκαθάρισε πως θα παραμείνει στο Παρίσι). Και ξαναλέω, δεν είναι καν 20 ετών…

Έχασε «κλασική ευκαιρία».

  Από το 2002 και έπειτα (όταν δηλαδή κατέκτησε το τελευταίο της Μουντιάλ) η φετινή Βραζιλία ήταν πραγματικά η πιο πλήρης που είχε εμφανιστεί. Με τουλάχιστον δύο αξιόλογους παίκτες σε κάθε μια από τις έντεκα θέσεις (δεν πήρε λεπτό συμμετοχής ο Έντερσον, βασικός κίπερ της Σίτι), ατελείωτο ταλέντο και προπονητή με πλάνο και επιρροή στους παίκτες του, η «Σελεσάο» ουσιαστικά πλήρωσε το κακό ξεκίνημα στο ματς με το Βέλγιο (στους «8»), πλησίασε στην ισοφάριση, αλλά τελικά απογοήτευσε ένα ολόκληρο έθνος που ζει και αναπνέει για το ποδόσφαιρο. Αν και δεν έφτασε μακριά, ήταν από τις λίγες ομάδες που προσπάθησε να παίξει ποδόσφαιρο δράσης και όχι αντίδρασης. Στο ανασταλτικό κομμάτι, τα πράγματα δεν ήταν τέλεια, αλλά σίγουρα πολύ καλύτερα σχετικά με περασμένες διοργανώσεις. Σίγουρα, η αλαζονεία ορισμένων παικτών, τα κακά τελειώματα και μερικά φτηνά λάθη στο χώρο του κέντρου είναι λόγοι που εξηγούν αυτή την αποτυχία. Ωστόσο, αξίζει κανείς να σταθεί και στην ατυχία της ομάδας του Τίτι, που απροσδόκητα «έχασε» τον Ντάνι Άλβες (πριν την έναρξη του τουρνουά), είδε τον Μαρσέλο να τραυματίζεται, αγωνίστηκε χωρίς τον Καζεμίρο (μαζί με Κοουτίνιο οι καλύτεροι της Σελεσάο), και έμεινε πίσω στο σκόρ από αυτογκόλ. Βέβαια, θα μου πείτε, ποδόσφαιρο είναι, συμβαίνουν αυτά….

 Με κλειστά μάτια.

 Είχα την τύχη-ευκαιρία, να τους παρακολουθήσω στο παιχνίδι εναντίον της Εθνικής μας, στο «Γ. Καραϊσκάκης¨». Κατ’ εμέ, μακράν η καλύτερη «τριάδα» της διοργάνωσης. Οι τύποι βρίσκονταν κυριολεκτικά με κλειστά μάτια. Δημιουργούσαν συνεχώς φάσεις (πολλές εξ’ αυτών «κλασικές» ), συνεργάζονταν άψογα, και σε κάθε αντεπίθεση, οι αντίπαλοι έκαναν το σταυρό τους. Ο μέσος της Μάντσεστερ Σίτι, Κέβιν Ντε Μπρόινε, μπορεί να χαρακτηριστεί μέτριος, αν λάβει κανείς υπόψιν του τα «όργια» που έκανε κατά τη διάρκεια της σεζόν με τους «πολίτες». Βέβαια, η ακρίβεια στις μεταβιβάσεις του και οι «πάσες μισό γκολ» δεν έλειψαν στη Ρωσία. Ο Αζάρ από την άλλη, ήταν σκέτη απόλαυση. Πιστεύω δεν υπάρχει άνθρωπος που δε θα πει ότι ήταν ο κορυφαίος της χώρας του. Πάσαρε, ντρίμπλαρε, σκόραρε, δημιουργούσε χώρο από το πουθενά, ήταν «μέσα» σε όλες τις φάσεις, και είναι βασικός παράγοντας για την επιτυχημένη πορεία του Βελγίου. Πλέον, είναι και το νο1 «hot» όνομα της μεταγραφικής περιόδου που διανύουμε. Για το τέλος, άφησα το «θωρηκτό» που ακούει στο όνομα Ρομέλου Λουκάκου. Η «αιχμή του δόρατος» της Γιουνάιτεντ και των Βέλγων, πραγματοποίησε μια καταπλητική διοργάνωση. Δεύτερος σκόρερ, σημαντικός για την ομάδα του όχι μόνο λόγω πίεσης αλλά κυρίως λόγω των «μαχών» που έδινε, ο Λουκάκου ήταν συνήθως ο τελικός παραλήπτης των συνεργασιών των τριών σταρ, οι οποίοι μας χάρισαν ανεπανάληπτες στιγμές και μαθήματα αντεπίθεσης!

New entries!

  Έχει καταστεί πλέον…θεσμός! Σε κάθε διοργάνωση εθνικών ομάδων, κάποιοι όχι και τόσο -ή και καθόλου- δημοφιλείς ποδοσφαιριστές, γίνονται θέμα συζήτησης, και μπαίνουν στα μπλοκάκια των σκάουτερ των κορυφαίων ευρωπαϊκών συλλόγων. Προσωπικά, ξεχώρισα τρείς, εκ των οποίων των πρώτο δε τον γνώριζα καν (ο εικονιζόμενος), ενώ για τους άλλους δύο δεν περίμενα να κάνουν τέτοιο τουρνουά. Ο Παβάρ λοιπόν, είναι ο παίκτης που με «τρέλανε» φέτος. Ένα δεξί μπακ με όλα τα απαραίτητα στοιχεία της θέσης. Σωστές τοποθετήσεις-θέση στο γήπεδο, ανεβάσματα στην επίθεση και γρήγορη επιστροφή, τεχνική και κοψίματα. Ήδη η Μπάγερν Μονάχου του έχει κάνει κρούση, ενώ το όνομά του «παίζει» για ομάδες όπως η Τσέλσι και η Ρεάλ. Είκοσι-δύο χρονών ο μπακ της Στουτγκάρδης, που μάλλον δε θα μείνει για πολύ στη γερμανική πόλη. Λογικό, με τέτοιες εμφανίσεις! Ο δεύτερος, προέρχεται από τη Λατινική Αμερική, και συγκεκριμένα το Μεξικό. Προφανώς αναφέρομαι στον Λοσάνο. Ο αριστερός εξτρέμ της Αϊντχόφεν προκάλεσε πολλούς «πονοκεφάλους» σε Γερμανούς, Σουηδούς και Κορεάτες (με τη Βραζιλία δεν ήταν καλός). Εκρηκτικός, με τρομερό έλεγχο της μπάλας, τρίπλα και δυνατά πόδια, ο 22χρονος Μεξικανός ακούστηκε ήδη για Μπαρτσελόνα, όμως το πιθανότερο (αν δεν παραμείνει στην Ολλανδία) είναι να μετραγραφεί σε μια «μεσαίου» βεληνεκούς ομάδα, ώστε να δείξει σε βάθος χρόνο την αξία του. Τρίτος και τελευταίος, ο Άντε Ρέμπιτς. Ύψους 185 εκατοστών και με κύριο χώρο δράσης τα αριστερά της επίθεσης, ο παίκτης της Άϊντραχτ Φρανκφούρτης, ήταν μια -τουλάχιστον στα μάτια μου- από τις αποκαλύψεις του θεσμού. Αν και λίγο μεγαλύτερος από τους προαναφερθέντες (24 ετών), ο Ρέμπιτς έχει τις δυνατότητες για το βήμα παραπάνω. Ένας παίκτης ταχύς, με καλή τεχνική, που δίνει βοήθειες και στα μετόπισθεν, ο οποίος στο πρωτάθλημα που αγωνίζεται (Bundesliga) δε θα δυσκολευτεί να «κερδίσει» μια ευκαιρία να αγωνιστεί σε κάποιο κλάμπ της «ελίτ» του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Βέβαια, όλα αυτά, σε συνδυασμό με δουλειά, πίστη και υπομονή.

Ελπίζω το παρών κείμενο να μην κούρασε. Εύχομαι σε όλους καλές διακοπές, και…γεμίστε μπαταρίες, γιατί η νέα σεζόν βρίσκεται προ των πυλών!