Αλφόνσο Φορντ: Η μάχη που του στέρησε τη δόξα

Το debut.gr, με αφορμή την ανακήρυξη του Alexey Shved ως «Alphonso Ford Top Scorer» της Euroleague, ανατρέχει στο παρελθόν και σας παρουσιάζει την πλούσια μπασκετική ζωή του χαρισματικού σκόρερ Αλφόνσο Φορντ.

Share it: Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+

Το Final Four του 2018 που θα διεξαχθεί στο Βελιγράδι βρίσκεται προ των πυλών όπου όλοι οι μπασκετόφιλοι (και όχι μόνο) περιμένουν με ανυπομονησία την εξέλιξη και την κατάληξη της διοργάνωσης. Παράλληλα βέβαια θα δωθούν και τα καθιερωμένα βραβεία της Euroleague όπως Best Defender Trophy, Rising Star Trophy και Euroleague MVP. Υπάρχει όμως και το βραβείο του Top Scorer της διοργάνωσης ή με την πλήρη του ονομασία, Alphonso Ford Top Scorer Trophy το οποίο για την φετινή σεζόν απονεμήθηκε στον Alexey Shved της Ρωσικής ομάδας Khimki Moscow. Ποιος είναι όμως ο Αλφόνσο Φορντ και τι πέτυχε στην καριέρα του; Ποιες μάχες έδωσε και νίκησε αλλά και ποια ήταν αυτή η μία που δεν κατάφερε να την κερδίσει εξ’ ολοκλήρου;

Τα πρώτα του βήματα

Ο Φορντ γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου του 1971 στο Γκρίνγουντ του Μισισίπι. Από μικρή ηλικία του άρεσε η ενασχόληση με το μπάσκετ και αυτό τον οδήγησε στην απόφαση να ενταχθεί στο Mississippi Valley State University. Αυτά τα τέσσερα χρόνια έκανε μία φανταστική κολεγιακή καριέρα κι έγινε ο πρώτος παίκτης όλων των εποχών στο NCAA, που ολοκλήρωσε και τις τέσσερις σεζόν με πάνω από 25 πόντους μέσο όρο. Στην πρώτη του σεζόν (1989 – 1990) οι πόντοι του ανά μέσο όρο έφτασαν τους 29,9 ανά παιχνίδι και στην δεύτερη σεζόν οι αριθμοί του εκτοξεύτηκαν φτάνοντας τους 32,7 πόντους. Είναι από τους παίκτες που έχουν αφήσει την «σφραγίδα» τους στο κολεγιακό μπάσκετ (και όχι μόνο όπως θα δούμε παρακάτω) καθώς τα νούμερά του και τα πράγματα που πέτυχε είναι πραγματικά απίστευτα. Συγκεντρωτικά, λοιπόν, αυτά τα τέσσερα χρόνια δεν υπήρξε ούτε μία στιγμή που ο μέσος όρος του να έπεσε κάτω από τους 25 πόντους ανά παιχνίδι αλλά και οι 3.165 πόντοι καριέρας που σημείωσε στο πρωτάθλημα τον κατατάσσουν 4ο στον πίνακα βαθμολογίας όλων των εποχών πίσω από τους Pete Maravich, τον Freeman Williams και τον Lionel Simmons.

NBA και μετά Ισπανία

Φυσικά οι εμφανίσεις του δεν πέρασαν απαρατήρητες και στο NBA Draft του 1993 επιλέγει στον δεύτερο γύρο από τους Philadelphia 76ers στην 32 θέση. Την σεζόν 1993 – 1994 αγωνίστηκε με την ομάδα Tri-City Chinook που συμμετείχε στην διοργάνωση Continental Basketball Association (CBA, δεύτερη κατηγορία του NBA). Στην πρώτη του χρονιά εντυπωσίασε ξανά έχοντας 22,8 πόντους μέσο όρο. Επιπλέον, συμπεριλήφθηκε στην καλύτερη ομάδα όλης της διοργάνωσης, του απονεμήθηκε το βραβείο του Rookie of the Year ενώ έπαιξε και στο All – Star Game της διοργάνωσης. Παράλληλα την ίδια σεζόν πραγματοποίησε και έξι εμφανίσεις με την φανέλα των Seattle SuperSonics (νυν Oklahoma City Thunder) στον μαγικό κόσμο του NBA έχοντας μέσο όρο 2,7 πόντους. Την επόμενη σεζόν (1994 – 1995) αγωνίστηκε ξανά με τους Tri-City Chinook παίζοντας ξανά στο All – Star Game της διοργάνωσης. Η σεζόν αυτή δεν διέφερε σε σχέση με την προηγούμενη καθώς και τώρα ο Φορντ «φόρτωνε» τα αντίπαλα καλάθια με 24 πόντους κατά μέσο όρο και αγωνίστηκε ξανά στο NBA με την ομάδα που τον επέλεξε στο NBA Draft δηλαδή τους Philadelphia 76ers προσθέτοντας άλλες πέντε εμφανίσεις στο ενεργητικό του παίζοντας στο καλύτερο πρωτάθλημα του πλανήτη πετυχαίνοντας 3,8 πόντους ανά παιχνίδι. Μπορεί τα στατιστικά των 11 αυτών αγώνων στο NBA να μην αναδεικνύουν το ταλέντο του και το χάρισμά του στο σκοράρισμα, οι εμπειρίες όμως που αποκόμισε ήταν χρήσιμες για την συνέχεια της καριέρας του.

Ακόμα και αν ο κύκλος αυτός έκλεισε, ένας άλλος άνοιξε. Η Ευρώπη καλούσε τον Αλφόνσο Φορντ και πρώτος του σταθμός ήταν η Ισπανική Peñas Huesca. Εκείνος δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Με όπλο του το ταλέντο και την ισχυρή προσωπικότητά του άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις πραγματοποιώντας φανταστικές εμφανίσεις και τα νούμερά του εκτοξεύτηκαν ξανά (25,1 πόντους μέσο όρο). Το μόνο που δεν κατάφερε ήταν να σώσει την ομάδα του από τον υποβιβασμό. Ο ίδιος όμως είχε βάλει τις βάσεις γι’ αυτή τη σπουδαία καριέρα που θα ακολουθούσε.

«Ιθάκη» του η Ελλάδα

Ώσπου φτάνουμε στην σεζόν 1996 – 1997 και ο άγνωστος, στην Ελλάδα τότε, Φορντ υπογράφει με τον Παπάγου του προπονητή Κώστα Μίσσα. Μπορεί ο Φορντ όπως προαναφέρθηκε να ήταν άγνωστος στο ευρύ κοινό, γρήγορα όμως έγινε σύνθημα στα χείλη των φιλάθλων του Παπάγου καθώς τους οδήγησε στην 7η θέση, κάτι ιστορικό για την Αθηναϊκή ομάδα. Τα νούμερα του Φορντ ήταν απλά εκθαμβωτικά. 24,6 πόντους, 5,2 ριμπάουντ και 3,2 ασίστ μέσο όρο με το εξωφρενικό για γκαρντ 61,9% στα δίποντα και φυσικά κερδίζει το βραβείο του πρώτου σκόρερ. Κάπου εκεί όμως τα πρώτα «σύννεφα» έκαναν την εμφάνιση τους. Πριν την έναρξη της νέας σεζόν και ενώ βρισκόταν στην Αμερική ένιωσε πόνους στην πλάτη του. Έτσι μετά από τις αιματολογικές εξετάσεις διεγνώσθη ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα στο αίμα (λευχαιμία). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ακολουθήσει ειδική θεραπεία που θα τον κρατούσε μακριά από τα γήπεδα για έναν ολόκληρο χρόνο. Άδοξο τέλος της πορείας του στην ομάδα του Παπάγου, η οποία προχώρησε στην λύση του συμβολαίου του.

Μακριά από τα γήπεδα ο Φορντ ένιωθε σαν θηρίο σε κλουβί. Παρά το πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε ήταν αποφασισμένος να κάνει την μεγάλη επιστροφή και να αποδείξει ότι είναι ένας πραγματικός μαχητής όχι μόνο στο γήπεδο αλλά και στην ζωή. Η ομάδα του Σπόρτινγκ εκείνη την περίοδο έψαχνε για έναν σκόρερ και στράφηκε στην λύση του «Αλ». Πολλοί πίστευαν πως καταβεβλημένος από τις χημειοθεραπείες και τον ένα χρόνο αποχής λόγω της λευχαιμίας δεν είχε τίποτα άλλο να προσφέρει. Ο Φορντ, όχι μόνο αποδέχεται την πρόταση, αλλά αποδεικνύει πως όταν ο άνθρωπος έχει θέληση μπορεί όλα να τα πετύχει ακόμα και όταν, όπως στην περίπτωσή του, οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος του. Τα στατιστικά του έδειξαν πως δεν έχει περάσει ούτε «μία μέρα» από πάνω του καθώς σε αυτό διάστημα (1998 – 1999) πέτυχε κατά μέσο όρο 22,4 πόντους, μάζευε 6,5 ριμπάουντ και μοίραζε 2,1 ασίστ και οδήγησε το Σπόρτινγκ στην 11η θέση του πρωταθλήματος.

Το γεμάτο όνειρα, φιλοδοξίες και υψηλούς στόχους Περιστέρι πείθει τον Αλφόνσο Φορντ να αγωνιστεί με τα χρώματα της ομάδας του. Η ομάδα του Αργύρη Πεδουλάκη υπογράφει συμβόλαιο διάρκειας δύο ετών με τον «Αλ», ο οποίος πλέον έχει να διαχειριστεί διαφορετικές καταστάσεις καθώς θα αγωνιζόταν σε μία ομάδα με ψηλότερες απαιτήσεις σε σχέση με τις προηγούμενες. Ο Φορντ κατάφερε να δικαιώσει όλες τις προσδοκίες και με το παραπάνω. Πραγματοποίησε, μάλιστα, το ντεμπούτο στις Ευρωπαϊκές διοργανώσεις (1999 – 2000) όπου σημείωσε κατά μέσο όρο 20,7 πόντους. Με το Περιστέρι κατάφερε να φτάσει μέχρι τους 16 της διοργάνωσης του Κυπέλλου Κόρατς εκεί όπου αποκλείστηκαν από την Εστουντιάντες. Στο Ελληνικό πρωτάθλημα οδήγησε την ομάδα του στην κατάληψη της 5ης θέσης με την απόδοσή του να παραμένει ξανά σε πολύ υψηλά επίπεδα (22,7 πόντους ανά παιχνίδι). Η σεζόν 2000 – 2001 τον βρίσκει να αγωνίζεται ξανά με το Περιστέρι. Με ένα ρόστερ που απαρτιζόταν από τους Μπάιρον Ντίνκινς, Μιχάλη Πελεκάνο, Μανώλη Παπαμακάριο, Κώστα Τσαρτσαρή κ.α., ο ίδιος θα πραγματοποιούσε μία από τις πιο παραγωγικές και ουσιαστικές σεζόν της καριέρας του (23,7 πόντους μέσο όρο) και θα οδηγούσε το Περιστέρι στην 2η θέση του Ελληνικού πρωταθλήματος στην κανονική διάρκεια. Ο ίδιος μάλιστα ανακηρύχθηκε και MVP του πρωταθλήματος. Φυσικά την σεζόν αυτή συστήθηκε και στο κοινό της Euroleague. Με 26 πόντους ανά παιχνίδι, βραβεύτηκε ως Euroleague Top Scorer, εντάχθηκε στην καλύτερη πρώτη πεντάδα, ενώ σε όλους έχει μείνει αξέχαστη η μαγική βραδιά όπου πέτυχε 41 πόντους απέναντι στην Τάου Κεράμικα για τα play – off της διοργάνωσης. Πλέον όντας ωριμότερος, αναγνωρισμένος από το κοινό της Ευρώπης και δείχνοντας να έχει κερδίσει την μάχη απέναντι στην λευχαιμία είναι έτοιμος για το βήμα παραπάνω στην καριέρα του.

Ο Ολυμπιακός, όπου ο τελευταίος του τίτλος χρονολογείται το 1997 με το Triple Crown του Ντούσαν Ίβκοβιτς, βρήκε στον Φορντ το πρόσωπο του ηγέτη που θα μπορούσε να τον επαναφέρει και πάλι στην κορυφή και στους τίτλους. Ο «Αλ», με συμπαίκτες τους Θοδωρή Παπαλουκά, Τζειμς Φόρεστ κ.α., συνέχισε με αμείωτους ρυθμούς να σκοράρει. Μόνο που αυτή τη φορά συνδυαζόταν και με τρόπαια. Με 24 πόντους, 10 ριμπάουντ και 3 ασίστ οδηγεί τον Ολυμπιακό στην κατάκτηση του Κυπέλου Ελλάδος με σκορ 74 – 66 απέναντι στο Μαρούσι και φυσικά ανακηρύσσεται MVP του τελικού. Αυτός μάλιστα αποτελεί και ο πρώτος τίτλος του Αλφόνσο Φορντ σε συλλογικό επίπεδο. Φυσικά δεν σταματά εκεί. Με τους ερυθρόλευκους φτάνει μέχρι το Top 16 της Euroleague όπου όμως ηττάται μέσα στο ΣΕΦ από την Ολύμπια Λιουμπλιάνας με 85 – 89 και εν τέλει χάνει την πρόκριση. Ο Φορντ, μέχρι εκείνο το σημείο, ήταν και πάλι εκπληκτικός. Ανακηρύσσεται πρώτος σκόρερ με 24,8 πόντους ανά αγώνα ενώ με τις εμφανίσεις του αυτές εξαργυρώνει την συμμετοχή του στη δεύτερη καλύτερη πεντάδα της διοργάνωσης για την χρονιά 2001 – 2002. Μέχρι που φτάνουμε στους τελικούς του πρωταθλήματος. Αφού ο Ολυμπιακός απέκλεισε τον Παναθηναϊκό στα ημιτελικά (2 – 0 συνολικό σκορ) και έσπασε την έδρα της ΑΕΚ στα τελικά (προηγήθηκε 2 – 0 σε νίκες) απείχε μόνο μία επικράτηση για να φτάσει στη κατάκτηση του πολυπόθητου πρωταθλήματος μετά από 5 ολόκληρα χρόνια. Ο Φορντ όμως λόγω ενοχλήσεων στην μέση δεν κατάφερε να αγωνιστεί στα δύο τελευταία κρίσιμα παιχνίδια (αν και παρακαλούσε τον προπονητή του Λευτέρη Σούμποτιτς να αγωνιστεί στο τέταρτο παιχνίδι) όπου τελικά και ο Ολυμπιακός χάνει το τίτλο. Κάπως έτσι λήγει ο κύκλος του Φορντ στην Ελλάδα καθώς εκείνη η σεζόν θα είναι και η τελευταία του στην χώρα μας. Ήταν όμως έξι χρόνια γεμάτα επιτυχίες και άτυχες στιγμές που θα ήμουν πάντα χαραγμένες στην μνήμη όλων των φιλάθλων.

 

Τελικός προορισμός η Ιταλία

Τα δύο (δυστυχώς) τελευταία χρόνια της καριέρας του, ο Φορντ τα πέρασε στην Ιταλία. Αρχικά, την πρώτη σεζόν (2002 – 2003) αγωνίστηκε με την ανερχόμενη δύναμη του Ιταλικού πρωταθλήματος, την Μοντεπάσι Σιένα. Παρόλο που τα χρόνια είχαν περάσει και η λευχαιμία προχωρούσε στα επόμενα στάδια, ο Φορντ πραγματοποίησε ένα από τα όνειρά του που ήταν η συμμετοχή σε ένα Final Four. Παρόλο που τα ποσοστά του ήταν σε πτώση σε σχέση με τις προηγούμενες χρονιές (17,9 πόντους ανά αγώνα) κατάφερε να οδηγήσει την Σιένα στο Final Four που θα διεξαγόταν στην Βαρκελώνη με την συμμετοχή των ΤΣΣΚΑ Μόσχας, Μπενετόν Τρεβίζο και Μπαρτσελόνα. Δυστυχώς η ήττα στον ημιτελικό από την Μπενετόν, με τον «Αλ» να είναι αρκετά άστοχος έχοντας 5 / 19 σουτ σκοράροντας όμως 15 πόντους, του στέρησε την ευκαιρία να διεκδικήσει το βαρύτιμο τρόπαιο της Euroleague. Τελικώς η Σιένα κατέκτησε την τρίτη θέση στο Final Four με τον Φορντ να μπαίνει ξανά στην καλύτερη πεντάδα της Euroleague για την χρονιά εκείνη ενώ στο εγχώριο πρωτάθλημα κατέλαβε την 4η θέση έχοντας 19,1 πόντους μέσο όρο.

Προσπαθώντας να καταπολεμήσει την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε όλα αυτά τα χρόνια υπογράφει συμβόλαιο συνεργασίας με την ιστορική Σκαβολίνι Πέζαρο. Σίγουρα ο βασικός του αντίπαλος που ήταν η λευχαιμία δεν ήταν ικανή να τον εμποδίσει να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα από κάθε άλλον. Πετυχαίνοντας 22,2 πόντους κατά μέσο όρο οδήγησε την ομάδα του στην κατάληψη της τέταρτης θέσης που οδηγεί στα προκριματικά της Euroleague.

Η τελευταία μάχη

Μετά το τέλος της σεζόν 2003 – 2004 ανακοινώνει την απόσυρσή του από την ενεργό δράση σε ηλικία 32 ετών. Μέσα σε αυτά τα χρόνια κατάφερε να πετύχει σπουδαία πράγματα ενώ υπήρχαν μέρες που φαινόταν ανίκητος, μη μπορώντας κανένας να τον αντιμετωπίσει. Ο μόνος αντίπαλος που κατάφερε να τον νικήσει ήταν η λευχαιμία παρόλο που της χρειάστηκαν επτά ολόκληρα χρόνια. Δύο εβδομάδες μετά την ανακοίνωση της απόσυρσής του, στις 4 Σεπτεμβρίου του 2004 άφησε την τελευταία του πνοή  σε νοσοκομείο του Μέμφις σκορπίζοντας θλίψη σε όλους του θαυμαστές του και το μπασκετικό κοινό. Όλα αυτά τα χρόνια, όμως, δεν χρησιμοποίησε ποτέ την ασθένειά του για να δημιουργήσει μία μελοδραματική κατάσταση γύρω από το όνομά του. Αντίθετα με όπλο του το χαμόγελο και το σπάνιο ταλέντο που διέθετε κατάφερε να την παραμερίσει εν μέρει και να διδάξει σε όλο το κόσμο πως όταν οι άνθρωποι έχουν θέληση και μάχονται για κάτι που θέλουν πραγματικά μπορούν να το πετύχουν. Εάν κάτι τέτοιο πραγματικά ισχύει, τότε ο Αλφόνσο Φορντ είναι αυτή η προσωποποίηση του Μαχητή.