Ο Κούλης Αποστολίδης στο Debut.gr

Το Debut.gr συνάντησε τον Κούλη Αποστολίδη σε μία εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη για την Αμερική, τον ΠΑΟΚ και την καριέρα του.

Share it: Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+

Θεσσαλονίκη, Σαν Φρανσίσκο και πάλι Θεσσαλονίκη. Από τους πρώτους -και λίγους- Έλληνες ποδοσφαιριστές που έχουν αγωνιστεί στο αμερικανικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Η Θεσσαλονίκη όμως ήταν πάντα στην καρδιά του και τελικά επέστρεψε σε μία από τις πιο σημαντικές εποχές του ποδοσφαιρικού ΠΑΟΚ για να προσθέσει το όνομά του στις σελίδες της ιστορίας του «Δικεφάλου του Βορρά».

Μία καριέρα γεμάτη με κάθε λογής αναμνήσεις, ταξίδια, τρόπαια και διακρίσεις. Ένας από τους κορυφαίους που πέρασαν ποτέ από τον ΠΑΟΚ, ο Κούλης Αποστολίδης, μίλησε στο Debut.gr για την Αμερική, τις σπουδές που «νίκησαν» το ποδόσφαιρο, τον ΠΑΟΚ αλλά και το σημερινό ποδόσφαιρο.

«Με ανέβασε ο Γκολέμας στη μοτοσυκλέτα του και με πήγε στα γραφεία του ΠΑΟΚ. Ο Σιδηρόπουλος είχε ήδη ετοιμάσει το δελτίο μου για να υπογράψω».

Με ποιον τρόπο ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με το ποδόσφαιρο;

-Τυχαία εντελώς όσον αφορά τον ΠΑΟΚ. Η ενασχόλησή μου με το ποδόσφαιρο, όπως και όλων των ποδοσφαιριστών τότε, ξεκίνησε από γεννησιμιού. Από το δημοτικό δηλαδή είναι γνωστή η ιστορία στις αλάνες που πετούσαμε την τσάντα και παίζαμε μπάλα. Αργότερα στο σχολείο στο Ανατόλια έπαιζα στην ομάδα του σχολείου και μεταπήδησα στον ΠΑΟΚ εντελώς τυχαία.

Πότε υπογράψατε στον ΠΑΟΚ για πρώτη φορά;

-Στη γειτονιά στις εργατικές κατοικίες στη Χαριλάου είχα ένα φίλο το Δούκα το Βασίλη, ο οποίος τότε έπαιζε στη δεύτερη ομάδα του ΠΑΟΚ. Κάποια στιγμή ήταν να πάμε σε ένα νυχτερινό σινεμά και δώσαμε ραντεβού στην Τούμπα που είχε προπόνηση ο Δούκας και πήγα να τον παρακολουθήσω. Στο τέλος της προπόνησης κάνανε δίτερμα, όπως συνηθιζόταν, και δε συμπλήρωναν ενδεκάδες και έτσι με φώναξαν από την κερκίδα να παίξω και ‘γω. Μπήκα μέσα έβαλα 2 γκολ και κέρδισε η δικιά μου ομάδα 3-2. Και μετά ο Γκολέμας ο προπονητής με ανεβάζει στη μοτοσυκλέτα του με πάει στα γραφεία του ΠΑΟΚ και ο παράγοντας της διοίκησης ο Σιδηρόπουλος μου είχε ετοιμάσει ήδη το δελτίο για να υπογράψω. Αυτό έγινε το 1963.

Το ντεμπούτο σας με την πρώτη ομάδα του ΠΑΟΚ πότε έγινε;

-Μετά από κάνα δυο μήνες αφού είχα υπογράψει. Λόγω τραυματισμού ορισμένων παικτών της πρώτης ομάδας και κάποιων τιμωριών, πήρε ο τότε προπονητής του ΠΑΟΚ το Γιώργο τον Κούδα σε ένα παιχνίδι με τον Εθνικό Πειραιώς στο «Καραϊσκάκης» και έπαιξε. Την επόμενη Κυριακή με τον Πανιώνιο στη Νέα Σμύρνη πήρε και εμένα. Και μετά από 2-3 αγωνιστικές μέχρι να επιστρέψουν οι τραυματίες, εγώ με το Γιώργο είχαμε καθιερωθεί στην πρώτη ομάδα και έτσι ξεκίνησε η ιστορία.

Ωστόσο μετά από λίγο καιρό φύγατε στην Αμερική. Ποια ήταν η αφορμή για αυτό;

-Έπαιξα 2 σεζόν στον ΠΑΟΚ και το 1965 αποφοίτησα από το κολλέγιο, το Ανατόλια. Στη συνέχεια, τον Ιανουάριο του 1966 έφυγα στην Αμερική λόγω σπουδών. Έφυγα στο Σαν Φρανσίσκο στο Πανεπιστήμιο για να παίξω κιόλας ποδόσφαιρο στην ομάδα του πανεπιστημίου.

Τι σπουδάσατε στην Αμερική;

-Εκεί τελείωσα το 1971 με πτυχίο πληροφορικής και έκανα και ένα δεύτερο στη διοίκηση επιχειρήσεων. Παράλληλα, όμως έπαιζα και στο πανεπιστημιακό πρωτάθλημα που διαρκούσε από τον Αύγουστο μέχρι το Νοέμβριο. Στη συνέχεια, έπαιζα στο τοπικό πρωτάθλημα το Greek American. Και τα καλοκαίρια Μάιο με Σεπτέμβριο που ήταν το επαγγελματικό πρωτάθλημα στην Αμερική, το MLS που λέμε σήμερα, έπαιξα μία χρονία με την ομάδα του Βανκούβερ και τις επόμενες τρεις σεζόν έπαιξα στο Ντάλας, στο Τέξας.

Πιστεύετε ότι το ποδόσφαιρο της Αμερικής διέφερε από το ελληνικό;

-Το ποδόσφαιρο της Αμερικής τότε ίσως δεν είχε την τεχνική που είχε τότε το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, αλλά ήταν πάρα πολύ δυνατό. Η βασική διαφορά ήταν στην τακτική και στη δύναμη.

Ποια πιστεύετε ήταν η καλύτερη ανάμνησή σας από την Αμερική;

-Πολλές. Κατ’αρχάς, ήμουν νέος και φοιτητής ελέυθερος στο Σαν Φρανσίσκο της δεκαετίας του ’60 που τότε ήταν ο παράδεισος της Αμερικής. Ήταν μεγάλη εμπειρία για μένα τόσο ποδοσφαιρικά όσο και κοινωνικά. Τότε τουλάχιστον η Αμερική ήταν η χώρα των ονείρων για τους νέους ανθρώπους.

Όταν επιστρέψατε στον ΠΑΟΚ ακολούθησε μία λαμπρή καριέρα. Ποια πιστεύετε ήταν η κορυφαία σας στιγμή με τον ΠΑΟΚ;

-Έτυχε όταν γύρισα το 1971 που τότε είχαν έρθει στην ομάδα πολλοί καλοί ποδοσφαιριστές ήταν μία ομάδα που άφησε εποχή. Οι καλές στιγμές ήταν πολλές περισσότερες από ότι οι άσχημες. Αλλά βέβαια η κορύφωση ήταν οι κατακτήσεις. Η πρώτη μάλιστα το 1972 στον τελικό του κυπέλλου κόντρα στον Παναθηναϊκό ήταν νομίζω η κορύφωση σε όλην την ιστορία του ΠΑΟΚ, γιατί ήταν ο πρώτος τίτλος που πήρε η ομάδα. Όπως επίσης και το επόμενο κύπελλο το 1974 και το πρωτάθλημα το 1976 ήταν οι καλύτερες στιγμές της καριέρας μου.

«Αν ο ΠΑΟΚ είχε έδρα στην Αθήνα θα είχε τουλάχιστον πέντε νταμπλ».

Θεωρείτε ότι θα μπορούσατε να κατακτήσετε περισσότερους τίτλους με τον ΠΑΟΚ;

-Δεν το λέω εγώ το λένε πολλοί ακόμη και τώρα, αυτοί που είχανε ζήσει εκείνη την εποχή. Η ομάδα εκείνη του ΠΑΟΚ αν ήταν ομάδα με έδρα την Αθήνα θα είχε τουλάχιστον 5 νταμπλ.

Παράλληλα παίξατε και στην Εθνική Ελλάδος. Πότε έγινε η πρώτη κλήση σας σε αυτήν;

-Πριν φύγω στην Αμερική είχα παίξει σε όλες τις εθνικές ομάδες πριν την αντρική, παίδων, νέων, εφήβων κτλ. Έλειπα όμως στην Αμερική από τα 19 μου μέχρι τα 25. Όταν επέστρεψα το ’71 η πρώτη φορά που έπαιξα ήταν ένα φιλικό με την Ολλανδία του μεγάλου Κρόιφ. Στο παιχνίδι αυτό είχαμε χάσει βέβαια 5-0. Ίσως ήταν και γραφτό μου αυτό, γιατί και στο ντεμπούτο μου με τον Πανιώνιο είχαμε χάσει 5-1. Αλλά ευτυχώς μετά τα πήγαμε καλά. Στην εθνική όμως έπαιξα 9 παιχνίδια αν θυμάμαι καλά.

Πώς θα περιγράφατε το συναίσθημα του να παίζεις με την Εθνική Ελλάδος;

-Δεν περιγράφεται. Είναι ένα συναίσθημα που όλοι όσοι έχουν φορέσει το εθνόσημο άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο νιώθουν περήφανοι και ικανοποιημένοι γιατί παίζουν για την πατρίδα τους.

Όταν τελείωσε η ποδοσφαιρική σας καριέρα δε θέλατε να έχετε κάποιο άλλο πόστο στην ομάδα; Ως μάνατζερ ή ως προπονητής;

-Ευτυχώς δεν είχα την ανάγκη ούτε τη θέληση να αναγκαστώ να ασχοληθώ με το ποδόσφαιρο προπονητικά ή στελεχιακά να το πω έτσι. Δεν το θέλησα, αλλά δεν είχα και την ευκαιρία να το σκεφτώ, γιατί παράλληλα με το ποδόσφαιρο ασχολούμουν με την ιδιωτική εκπαίδευση, οπότε τελειώνοντας την καριέρα μου το 1979 ένιωσα ότι πρέπει να αφιερώσω περισσότερο χρόνο στη δουλειά μου.

Πρόσφατα πήραμε συνέντευξη από το Γιώργο τον Κούδα. Ποια είναι η σχέση σας;

-Με το Γιώργο ξεκινήσαμε μαζί το 1963. Είχαμε μία κοινή πορεία και μετά το τέλος της καριέρας μας συνεχίσαμε να κάνουμε παρέα και για μένα είναι σαν αδελφός μου.

Πιστεύετε σήμερα το ποδόσφαιρο έχει αλλάξει κατά πολύ από την εποχή που παίζατε εσείς;

-Είναι ένα εντελώς άλλο παιχνίδι. Τα χαρακτηριστικά του ποδοσφαίρου ήταν εντελώς διαφορετικά. Τότε ήταν η τεχνική, το θέαμα, το συναίσθημα, ενώ τώρα είναι περισσότερο η φυσική κατάσταση, η δύναμη, η επιχειρηματικότητα, το εμπόριο. Θεωρώ δεν υπάρχει βάση σύγκρισης του ποδοσφαίρου τότε με σήμερα.

Θεωρείτε ότι το ποδόσφαιρο σήμερα είναι καλύτερο από τη δική σας εποχή;

-Από την οπτική γωνία του φιλάθλου νομίζω ότι είναι ίσως καλύτερο. Όμως σε πρωταθλήματα όπως η Ελλάδα δε βλέπεις τέτοιο θέαμα σε σχέση με αυτό που βλέπεις στο εξωτερικό. Παλιά ο θεατής ευχαριστιόταν πιο πολύ με το θέαμα στην Ελλάδα. Από την οπτική του ποδοσφαιριστή υπάρχει επίσης μεγάλη διαφορά. Τότε κυριαρχούσε το συναίσθημα, ενώ τώρα κυριαρχεί περισσότερο η επιχειρηματικότητα.

«Παλιότερα στην Ελλάδα υπήρχε καλύτερο θέαμα. Κυριαρχούσε το συναίσθημα ενώ τώρα η επιχειρηματικότητα».