Ο «Δον Πάμπλο» και το καρτέλ του ποδοσφαίρου

Το Debut.gr ταξιδεύει στην Κολομβία του ’90 και θυμάται το ποδόσφαιρο που βρισκόταν στα χέρια των εμπόρων ναρκωτικών και φυσικά του βαρώνου της κοκαΐνης, Πάμπλο Εσκομπάρ.

Share it: Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+

«Βρείτε το διαιτητή και σκοτώστε τον». Αυτά τα λόγια αρκούσαν για να στερήσουν από κάποιον άνθρωπο τη ζωή. Λίγοι άνθρωποι έχουν τη δύναμη να δίνουν τέτοιες εντολές και μετά από κάποια λεπτά κάποιος να κείτεται νεκρός. Ένας από αυτούς ήταν ο «βασιλιάς» της Κολομβίας και της κοκαΐνης. Το όνομα αυτού, Πάμπλο Εσκομπάρ.

Στις χωμάτινες αλάνες του Μεντεγίν…

…συνάντησε για πρώτη φορά ο Πάμπλο έναν από τους λίγους λόγους που τον έκαναν χαρούμενο μέχρι και τις τελευταίες ώρες της ζωής του. Τη μπάλα ποδοσφαίρου. Μαζί με τα αδέρφια του και τους φίλους του από τη γειτονιά, ο πιτσιρικάς τότε Εσκομπάρ πέρναγε ατέλειωτα απογεύματα στις αλάνες της γενέτειράς του, του Μεντεγίν, παίζοντας ποδόσφαιρο. Εκεί ξεκίνησαν όλα. Στο Μεντεγίν. Και εκεί θα τελείωναν. Αλλά αυτή είναι μία εντελώς διαφορετική ιστορία.

Γέννημα θρέμμα του Μεντεγίν, ο Εσκομπάρ θα εξελισσόταν σε κάτι παραπάνω από ήρωα της περιοχής στην οποία μεγάλωσε. Και εκείνος, άλλωστε, δεν ξέχασε ποτέ τις γειτονιές που έκανε ποδήλατο και έπαιζε μπάλα μικρός. Θα έχτιζε σχολεία, νοσοκομεία, γήπεδα για τους συντοπίτες του, στους οποίους μοίραζαν κάθε τόσο χρήματα οι «σικάριος» του. Και όταν τα εκατομμύρια δε θα χωρούσαν πλέον στα στρώματα και στους τοίχους, ο Εσκομπάρ θα τα «έριχνε» στα δύο αστέρια της περιοχής του. Τις ποδοσφαιρικές ομάδες του Μεντεγίν. Την Ιντεπεντιέντε και την Ατλέτικο Νασιονάλ. Φανατικός οπαδός της πρώτης, ο «El Patron» στράφηκε στο ποδόσφαιρο όταν έψαχνε εναγωνίως τρόπο να «ξεπλύνει» κάποια από τα εκατοντάδες εκατομμύρια που του απέφερε η κοκαΐνη.

Και φυσικά οι ποδοσφαιρικές ομάδες ήταν ένας τέλειος τρόπος για να το πετύχει. Η αρχή έγινε με την Ατλέτικο Νασιονάλ. Ο Εσκομπάρ δε δήλωνε φυσικά ιδιοκτήτης της ομάδας αλλά ήταν κοινό μυστικό από που προέρχονταν όλα τα λεφτά του συλλόγου. Τα εκατομμύρια που δαπανούνταν για μεταγραφές σε μία εποχή που στην Κολομβία χρήματα είχαν μόνο οι ναρκέμποροι, δεν άφηναν και πολλά στη φαντασία όσων παρακολουθούσαν ποδόσφαιρο.

«Η εισαγωγή χρήματος από τα ναρκωτικά στο ποδόσφαιρο μας επέτρεπε να παίρνουμε εξαιρετικούς ξένους παίκτες» δήλωνε ο Ματουράνα, πρώην προπονητής της Ατλέτικο Νασιονάλ και της Εθνικής Κολομβίας την περίοδο 1987-90 ενώ αναφερόμενος στα ναρκο-χρήματα παραδεχόταν πως «…μας έδιναν τη δυνατότητα να κρατήσουμε τους καλύτερους παίκτες μας. Το επίπεδό μας εκτινάχτηκε. Ο κόσμος έβλεπε την κατάσταση και έλεγε ότι ο Πάμπλο είναι πίσω από αυτό. Όμως δεν μπορούσαν να το αποδείξουν».

Και να μπορούσε κάποιος, η αλήθεια είναι πως δεν τολμούσε να μπλεχτεί στα πόδια του Εσκομπάρ. Η δύναμη που είχε στα χέρια του ήταν τεράστια και δεν περιοριζόταν στο Μεντεγίν. Εκεί ήταν η βάση του. Μέχρι και τα παιδιά της γειτονιάς είχαν ένα αυτόματο κρυμμένο στο μπαούλο με τα παιχνίδια τους σε περίπτωση που κάτι συνέβαινε στον «Δον Πάμπλο». Όχι όμως. Ο Εσκομπάρ δεν αστειευόταν. Έπαιρνε αυτό που ήθελε αργά ή γρήγορα. Όποιος ήταν αρκετά έξυπνος έλεγε μία τιμή και από εκεί και πέρα ήταν ιδιοκτησία του Εσκομπάρ. Όποιος διάλεγε άλλο δρόμο, κατέληγε νεκρός. Αυτό φάνηκε πολύ σύντομα και στο χώρο του ποδοσφαίρου από τη στιγμή που ασχολήθηκε με αυτό ο Πάμπλο.

«Μας έκλεψαν»

Νοέμβριος, 1989. Η ποδοσφαιρική αγάπη του Εσκομπάρ, Ιντεπεντιέντε Μεντεγίν αναμετράται με τη μισητή, Αμέρικα Ντε Κάλι. Φήμες που έχουν διαρρεύσει ήδη πριν το παιχνίδι, θέλουν το διαιτητή της αναμέτρησης να έχει δωροδοκηθεί από τους διοικούντες της Αμέρικα και ισχυρούς άνδρες του «Καρτέλ του Κάλι».

Το σφύριγμα της λήξης βρίσκει την Αμέρικα να πανηγυρίζει τη νίκη και τον Εσκομπάρ να παρακολουθεί ζωντανά την ήττα της Ιντεπεντιέντε. «Μας έκλεψαν», θα πει ο Βελάσκο ή αλλιώς «Ποπάι», το δεξί χέρι και αρχι-εκτελεστής του Εσκομπάρ.

«Μερικές φορές αισθάνομαι σαν το Θεό. Διατάζω να πεθάνει κάποιος και πεθαίνει την ίδια μέρα».

Ο «Δον Πάμπλο» με περισσή ψυχραιμία θα διατάξει το θάνατο του διαιτητή. Λίγες λέξεις αρκούσαν και το θέλημά του είχε ικανοποιηθεί. Ο Αλβάρο Ορτέγκα δολοφονείται με δέκα σφαίρες.

«Όταν γύριζα στο σπίτι μετά το παιχνίδι, άκουσα ότι ο διαιτητής δολοφονήθηκε» δήλωσε ο Όσκαρ Παρέχα, μέσος της Ιντεπεντιέντε Μεντεγίν. «Μουδιάσαμε. Ξέραμε ότι κάτι συμβαίνει με τους ιδιοκτήτες όμως όταν είσαι παίκτης δεν γνωρίζεις τόσα πολλά».

Το καρτέλ του ποδοσφαίρου

Η Ατλέτικο Νασιονάλ βρισκόταν ήδη στα χέρια του Πάμπλο και έκτοτε είχε ξεκινήσει να εδραιώνεται στο ποδόσφαιρο της Λατινικής Αμερικής. Υπό την προεδρία του Εσκομπάρ, η Ατλέτικο κατέκτησε μόλις το δεύτερο πρωτάθλημα της ιστορίας της και στα τέλη του ’80 είχε χτίσει το όνομά της γύρω από τα ναρκο-χρήματα. Παίκτες, προπονητές, εγκαταστάσεις. Όλα από ξέπλυμα χρήματος. Όλοι το γνώριζαν, πάντα ακούγονταν ψίθυροι, αλλά μέχρι εκεί.

Το παράδειγμα όμως της Ατλέτικο δεν ήταν το μοναδικό. Ο ίδιος ο Εσκομπάρ βλέποντας την επιτυχία της Νασιονάλ, αποφάσισε να επεκταθεί και στην έτερη ομάδα του Μεντεγίν και την παιδική του αγάπη, την Ιντεπετιέντε. Μάλιστα, πολύ συχνά δε δίσταζε να πηγαίνει στο γήπεδο και να παρακολουθεί από κοντά τις ομάδες του. Η αγάπη του για το ποδόσφαιρο ήταν αρκετά μεγάλη για να τον απομακρύνει από αυτό ακόμα και όταν βρισκόταν στο στόχαστρο των Αρχών.

Στα βήματα του Εσκομπάρ ακολούθησαν και άλλοι μεγαλοβαρόνοι των ναρκωτικών. Ο φίλος και συνεργάτης του, Χοσέ «El Μexicano» Γκάτσα είχε εξαγοράσει τη Μιγιονάριος της Μπογκοτά και ο ορκισμένος εχθρός του Πάμπλο, Μιγκέλ Ροδρίγες Ορεχουέλα, επικεφαλής του καρτέλ του Κάλι, ήταν στην Αμέρικα ντε Κάλι. Το ποδόσφαιρο ήταν δημοφιλές άθλημα και πολύ συχνό χόμπι στις τάξεις των ναρκέμπορων. Οι ίδιοι έπαιζαν πολλές φορές και μεταξύ τους με έπαθλα εκατομμυρίων για το νικητή. Αλλά το μεγαλύτερο προνόμιο του ποδοσφαίρου για τους βαρόνους ήταν το «ξέπλυμα» του χρήματος που τους προσέφερε. Και όταν τα χρήματα έρχονταν με το… κυβικό μέτρο, το ξέπλυμα ήταν κάτι παραπάνω από αναγκαίο.

Η Ατλέτικο στην κορυφή

Σκληρός, αδίστακτος αλλά γεμάτος πάθος και αγάπη για ό,τι έκανε. Ακόμα κι αν ήταν παράνομο. Αυτός ήταν ο Πάμπλο Εσκομπάρ. Τουλάχιστον σε αυτά τα χαρακτηριστικά συμφωνούν όσοι τον γνώριζαν και έχουν μιλήσει για εκείνον.

Έτσι ακριβώς ήταν και με το ποδόσφαιρο. Μπορεί να χρησιμοποιούσε τις ομάδες του για να «ξεπλένει» τα αμύθητα ποσά που κέρδιζε από το εμπόριο κοκαΐνης, αλλά ο Εσκομπάρ ήθελε να τις δει να μεγαλουργούν στο εγχώριο πρωτάθλημα και φυσικά το Copa Libertadores. Καμία ομάδα από την Κολομβία δεν το είχε κατακτήσει. Αυτό είχε βάλει στο μάτι ο Πάμπλο. Και όπως φρόντιζε να καθιστά σαφές, ό,τι ήθελε, το έπαιρνε.

Έτσι έγινε και το 1989. Ο Εσκομπάρ είχε ρίξει πολλά ναρκοδολλάρια στο χτίσιμο της Ατλέτικο Νασιονάλ, η οποία υπό τις οδηγίες του Ματουράνα έδειχνε έτοιμη για το κάτι παραπάνω. Με μοναδική ήττα, αυτή από τη Millonarios του Γκάτσα στους ομίλους, η Νασιονάλ ξεπέρασε οποιοδήποτε εμπόδιο βρέθηκε μπροστά της. Ακριβώς όπως ο Εσκομπάρ.

Πρώτα η Ρασίνγκ Κλουμπ από την Αργεντινή και  στη συνέχεια η Μιγιονάριος ντε Μπολιβάρ από τη Βολιβία. Κάπως έτσι έφτασε στα προημιτελικά του θεσμού, όπου και βρήκε απέναντι της εκ νέου τη Millonarios του «El Mexicano», με τη Νασιονάλ αυτή τη φορά να επικρατεί με συνολικό σκορ 2-1. Στα ημιτελικά ήταν η σειρά της Ντανούμπιο από την Ουρουγουάη, την οποία και συνέτριψε με 6-0 στους δύο αγώνες.

Η ώρα του μεγάλου τελικού είχε φτάσει. Αντίπαλος, η Ολίμπια από την Παραγουάη. Δύο ενενηντάλεπτα χώριζαν την Ατλέτικο από το να γράψει το όνομά της με χρυσά γράμματα στην ιστορία του ποδοσφαίρου της Κολομβίας. Το πρώτο παιχνίδι στην Ασουνσιόν βρίσκει νικήτρια την Ολίμπια με 2-0. Ο Εσκομπάρ δε χάνει την ελπίδα του.

Η ρεβάνς πραγματοποιείται στη Μπογκοτά μία εβδομάδα αργότερα, λόγω χωρητικότητας του γηπέδου στο Μεντεγίν. Τελευταία ημέρα της Άνοιξης, 31η Μαΐου 1989. Η Ατλέτικο Νασιονάλ του «Δον Πάμπλο» καλείται να ανατρέψει τα εις βάρος της δεδομένα και να κατακτήσει μέσα στο σπίτι της, το Copa Libertadores.

Το σκορ ανοίγει στο 46ο λεπτό του αγώνα μετά από αυτογκόλ του Μίνια ενώ με τη συμπλήρωση 65′ αγωνιστικών λεπτών ο Αλμπέιρο Ουσουριάγα γράφει το 2-0 και ισοφαρίζει το σκορ του πρώτου παιχνιδιού. Το σφύριγμα της λήξης στέλνει για λίγα λεπτά τις ομάδες στους πάγκους τους για να προετοιμαστούν για την παράταση.

Ο επιπλέον χρόνος όμως δεν αναδεικνύει νικητή και ο αγώνας πάει στα πέναλτι. Ο Αλμέιδα αστόχησε στο πρώτο για την Ολίμπια για να ακολουθήσουν εύστοχες εκτελέσεις για αμφότερες τις ομάδες. Αρχικά ο Γκαρσία όμως και στη συνέχεια οι Πέρεθ, Γκόμεζ και Περέα δεν εκμεταλλεύθηκαν τις αποκρούσεις του Χίγκιτα και έτσι η αγωνία παρατάθηκε.

Πίσω από τη μπάλα για την Ολίμπια βρισκόταν ο Σανάμπρια. Παίρνει φόρα, εκτελεί αλλά αστοχεί και εκείνος.

Η μοίρα ενός ολόκληρου έθνους βρισκόταν πλέον στα πόδια του Λιονέλ Άλβαρες. Με κρύο αίμα θα στείλει τον Αλμέιδα από την άλλη μεριά της εστίας. Πανικός. Όλο το στάδιο ήταν στο πόδι και ζητωκραύγαζε με δάκρυα χαράς στα μάτια. Η Ατλέτικο Νασιονάλ είχε κατακτήσει το Copa Libertadores για πρώτη φορά στην ιστορία της.

«Ο Πάμπλο χοροπηδούσε και ούρλιαζε σε κάθε γκολ. Δεν τον είχα δει ποτέ τόσο χαρούμενο. Κανονικά ήταν σαν πάγος», θα αποκάλυπτε λίγο αργότερα ο «Ποπάι» αναφερόμενος στα όσα έζησε εκείνο το βράδυ.

Ήταν μία από τις μοναδικές φορές που ο Εσκομπάρ δε νοιάστηκε να εμφανιστεί ως ο ισχυρός άνδρας της ομάδας του Μεντεγίν. Λίγο μετά το σπουδαίο κατόρθωμα της Ατλέτικο, ο Πάμπλο διοργάνωσε πάρτι προς τιμήν των παικτών της Νασιονάλ στο ράντζο του με τεράστιες ανέσεις και φυσικά πολλά χρήματα στους ποδοσφαιριστές ως πριμ για την κατάκτηση του τροπαίου.

Έτσι έλεγε «ευχαριστώ» ο ισχυρότερος άνδρας της Κολομβίας.

Ο Ντιέγκο και οι άλλοι

Το ημερολόγιο γράφει 1991. Ο Εσκομπάρ έχει συμφωνήσει να εκτίσει ποινή για διακίνηση ναρκωτικών αλλά σε δική του φυλακή. Μία φυλακή, βέβαια, μακριά από όλα τα στερεότυπα. Τζακούζι, τραπέζια μπιλιάρδου και ένα τεράστιο γήπεδο ποδοσφαίρου ήταν μερικές από τις ανέσεις που είχε ο Εσκομπάρ στη φυλακή-παράδεισο, τη γνωστή και ως «Cathedral».

Ερωτευμένος όπως όλοι στη Λατινική Αμερική με το ποδόσφαιρο, ο Δον Πάμπλο συνήθιζε παρά τα παραπανίσια κιλά του να διοργανώνει αγώνες στο γήπεδο της «Cathedral» και να καλεί μάλιστα τρανά ονόματα του παγκόσμιου ποδοσφαιρικού γίγνεσθαι για να αγωνισθούν στο πλάι του. Φυσικά με το αζημίωτο.

«Όλοι μιλούσαν για το ποιος έφτιαξε τα γήπεδα ενώ ταυτόχρονα τον κατηγορούσαν για το ότι απέκτησε τα χρήματα από τα ναρκωτικά. Όμως νιώθαμε πολύ τυχεροί που είχαμε αυτά τα γήπεδα», είχε δηλώσει ο Λιονέλ Άλβαρες, σκόρερ του πέναλτι που χάρισε στη Νασιονάλ το πρώτο Copa Libertadores της ιστορίας της.

Πρώτο όνομα ήταν ο γνωστός «σκορπιός», Ρενέ Χίγκιτα, συμπατριώτης και κοντινός φίλος ανθρώπων του Εσκομπάρ αλλά και ο Ντιέγκο Μαραντόνα. Το αστέρι του αργεντίνικου ποδοσφαίρου είχε λάβει προσωπική πρόσκληση και ένα βουνό από χρήματα για να παραστεί σε έναν από αυτούς τους αγώνες και φυσικά δέχθηκε. Για τον «Ντιεγκίτο» που είχε φωτογραφηθεί με μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της ιταλικής μαφίας, ο Εσκομπάρ θα ήταν ακόμα ένα… γαλόνι στο φάκελο με τις γνωριμίες του.

«Με πήγαν σε μία φυλακή, περιτριγυρισμένη από χιλιάδες φύλακες. Είπα, τι στο καλό συμβαίνει εδώ; Θα με συλλάβουν; Έμοιαζε περισσότερο με πεντάστερο ξενοδοχείο του Ντουμπάι παρά με φυλακή», θα αποκαλύψει λίγα χρόνια μετά το συμβάν ο Μαραντόνα ενώ δε δίστασε να παραδεχθεί πως «…με σύστησαν στον Εσκομπάρ και μου είπαν: Ντιέγκο, αυτό είναι το αφεντικό. Ήταν πολύ ευγενικός, αλλά δεν είχα ιδέα ποιος ήταν, καθώς δεν διάβαζα εφημερίδες ούτε έβλεπα τηλεόραση εκείνη την εποχή. Ήξερα μόνο ότι κάποιος πολύ σημαντικός άνθρωπος της Κολομβίας ήθελε να με γνωρίσει».

Φυσικά, κανείς δεν έμαθε και δύσκολα θα μάθει ποια ομάδα κέρδισε. Ίσως και ο ίδιος ο Μαραντόνα να μη θυμάται πλέον. Το πάρτι όμως που ακολούθησε -πάντα στη φυλακή- είναι κάτι που όπως είχε τονίσει ο «Ντιεγκίτο» δεν επρόκειτο να ξεχάσει ποτέ στη ζωή του. «Αμέσως μετά έγινε ένα πάρτι με τα καλύτερα και ωραιότερα κορίτσια που συνάντησα ποτέ στη ζωή μου. Και ήταν μέσα σε μία φυλακή! Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Το επόμενο πρωί με πλήρωσε και είπαμε αντίο».

Η σημαία πάνω απ’ όλα

Πάνω από τα χρήματα, τη δόξα και τη δύναμη, ο Εσκομπάρ έβαζε μόνο δύο πράγματα. Την οικογένειά του και την πατρίδα του. Την Κολομβία. Η σχέση του με τον τόπο του ήταν σχεδόν ερωτική. Ακόμα κι όταν η αστυνομία έφτασε στα ίχνη του αρνήθηκε να την εγκαταλείψει. Κάτι που βέβαια εν τέλει του κόστισε.

«Καλύτερα να καταλήξω σε τάφο στην Κολομβία παρά σε κελί στην Αμερική».

Η τεράστια αγάπη του για το ποδόσφαιρο και την Κολομβία γρήγορα τον οδήγησε στην έμπρακτη στήριξη της εθνικής ομάδας της χώρας του. Τακτικοί επισκέπτες της «Cathedral», οι διεθνείς είχαν μεγαλώσει παίζοντας στα γήπεδα που είχε χτίσει ο Εσκομπάρ. Ήξεραν ποιοι κάνουν κουμάντο στο ποδόσφαιρο και σε ολόκληρη τη χώρα τους αλλά φυσικά κοιτούσαν απλά τη δουλειά τους όπως όλοι, χωρίς να μπλέκονται σε πράγματα που δεν τους αφορούσαν. Όσο, μάλιστα, και οι ίδιοι είχαν κάποια προνόμια από αυτή τη σχέση, δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος να ρισκάρουν.

Όλα αυτά όμως μέχρι τη στιγμή που ο Ρενέ Χιγκίτα, γνωστός και ως «El Loco», αποκάλυψε σε δημοσιογράφο τις επισκέψεις των διεθνών στην «Cathedral». Η κατακραυγή που ακολούθησε, τεράστια. Κοινό μυστικό, μεν, αλλά κανείς δεν ενέκρινε δημόσια τη σχέση των ποδοσφαιριστών με τον Εσκομπάρ.

Για τον Χιγκίτα, μάλιστα, ακολούθησε μία τεράστια περιπέτεια. Βρέθηκε στο στόχαστρο των Αρχών, οι οποίες τον ανέκριναν για να του αποσπάσουν πληροφορίες για τον Πάμπλο. Φυσικά, ο Εσκομπάρ δεν θα άφηνε τα πράγματα στην τύχη τους. Γι’ αυτό και όσοι έμπαιναν και έβγαιναν στη φυλακή του, το έκαναν με δεμένα τα μάτια. Ο Χιγκίτα όμως είχε ήδη μπλέξει άσχημα. Το 1993 φυλακίστηκε ως συνένοχος σε απαγωγή, με όλο τον ποδοσφαιρικό κόσμο της Κολομβίας να βρίσκεται στο πλευρό του. Μετά από λίγο καιρό αφέθηκε ελεύθερος. Αλλά η εμπλοκή του ονόματός του σε αυτή την υπόθεση του στέρησε τη συμμετοχή στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Αμερικής.

«Με ρώτησαν μόνο για τον Πάμπλο. Πάντα πρόσεχε τους φτωχούς, έφτιαξε σπίτια και γήπεδα. Ήταν όμως υπεύθυνος για έναν απαίσιο πόλεμο», είχε δηλώσει ο Χιγκίτα.

Το περιστατικό με τον Χιγκίτα και την Εθνική Κολομβίας, περιέπλεξε τα πράγματα μέσα στην «Cathedral». Σε συνδυασμό με τη δολοφονία δύο συνεργατών του μέσα στη φυλακή, οι Αρχές της Κολομβίας θα ανάγκαζαν τον Εσκομπάρ να φύγει από την «Cathedral» και να εκτίσει την ποινή του σε κανονική φυλακή. Αίτημα που φυσικά ο Πάμπλο δεν θα δεχόταν και θα δραπέτευε, ζώντας στο εξής κυνηγημένος. Και φυσικά μακριά από την πρώτη του αγάπη. Το ποδόσφαιρο.

The -not so- happy end

Μία μέρα αφότου έκλεισε τα 44 του χρόνια, ο Πάμπλο δολοφονήθηκε από τις Αρχές σε μία ταράτσα στο Μεντεγίν. Ήταν η μέρα που θα ξεκινούσε η αντίστροφη μέτρηση για το ποδόσφαιρο στην Κολομβία.

Την επαύριο του θανάτου του Εσκομπάρ, η Κολομβία θα γέμιζε αίμα. Τα καρτέλ βρίσκονταν σε ανοιχτό πόλεμο μεταξύ τους και φυσικά όλα αυτά είχαν αντίκτυπο και στο ποδόσφαιρο της χώρας. Απαγωγές και δολοφονίες κυριάρχησαν, σφραγίζοντας το τέλος μίας εποχής ευημερίας του ποδοσφαίρου στην Κολομβία.

Με αποκορύφωμα τη δολοφονία του Αντρές Εσκομπάρ -απλή συνωνυμία, αλλά παίκτης της Νασιονάλ και φίλος του Πάμπλο-, πολλοί παίκτες αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το εγχώριο πρωτάθλημα και την ίδια την Εθνική και να αναχωρήσουν για ομάδες του εξωτερικού. Κανείς δεν ήταν πλέον ασφαλής. Ο πόλεμος που είχε ξεκινήσει στη χώρα φάνταζε ανεξέλεγκτος. Το σίγουρο ήταν πως οι ναρκέμποροι ήταν διχασμένοι και ηττημένοι. Όσο ζούσε, ο Εσκομπάρ έδειχνε πως το αφεντικό ήταν εκείνος. Χωρίς αυτόν, οι Αρχές είχαν το πάνω χέρι.

Και πράγματι, η κατάσταση έγινε καλύτερη. Η εγκληματικότητα μειώθηκε σταδιακά και φυσικά τα ναρκοχρήματα δεν έρεαν όπως παλιά. Και φυσικά το ποδόσφαιρο δε μπορούσε να ποντάρει σε αυτά. Και άρχισε να φθίνει. Η πρώην ομάδα του Πάμπλο, η Νασιονάλ, έκανε έντεκα ολόκληρα χρόνια να κατακτήσει το πρωτάθλημα ενώ το Copa Libertadores κατέληξε ξανά σε χέρια ομάδας από την Κολομβία το 2004.

Ο θάνατος του Εσκομπάρ δεν ήταν απλά το τέλος του narcofootball στην Κολομβία. Πολλοί πιστεύουν ότι συνεχίστηκε και μετά από τη στιγμή εκείνη. Το σίγουρο ήταν όμως πως το ποδόσφαιρο στη χώρα του καφέ δε θα ήταν ποτέ ξανά το ίδιο.