Ο άνθρωπος που ανακάλυψε τον Ήλιο

Το Debut.gr ξεφυλλίζει την ιστορία του ποδοσφαίρου και αφιερώνει χρόνο στον άνθρωπο που φέρει τεράστιο μερίδιο ευθύνης για το ποδόσφαιρο όπως το γνωρίζουμε.

Share it: Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+

Αν ο Γαλαξίας μας ήταν ένα βιβλίο με την ιστορία του ποδοσφαίρου και οι πλανήτες κάποιες ξεχωριστές στιγμές που σημάδεψαν και διαμόρφωσαν το άθλημα όπως το γνωρίζουμε σήμερα, τότε ο Ήλιος θα είχε σίγουρα τη μορφή εκείνου που έδωσε σημασία και ζωή σε όλα αυτά. Του Πελέ. Ή όπως είχε αποφασίσει να τον ονομάσει ο πατέρας του, Ντοντίνιο, Έντισον Αράντες ντο Νασιµέντο. Είχε εμφανώς επηρεαστεί από τον Αμερικανό εφευρέτη, Τόμας Έντισον, του οποίου και υπήρξε πιστός θαυμαστής. Το «Έντισον», ωστόσο, δεν ηχούσε πολύ καλά στα αυτιά του και ζήτησε από το ληξιαρχείο να αφαιρέσουν το «ι» για να ακολουθεί τα βραζιλιάνικα πρότυπα. Μάταια όμως και έτσι το όνομα παρέμεινε ως είχε.

Όχι όμως για πολύ καθώς έμελλε να αλλάξει στα πρώτα κιόλας σχολικά χρόνια του μικρού Έντισον και να γεννηθεί ο «Πελέ», όνομα που θα τον συνόδευε για όλα τα χρόνια της ζωής του και θα χτιζόταν γύρω του ο θρύλος του μεγαλύτερου ποδοσφαιριστή της ιστορίας. Ένας θρύλος, ωστόσο, που θα έμενε στο σκοτάδι αν δεν υπήρχε στο διάβα του μία φιγούρα που πολλοί αγνοούν διαβάζοντας την ιστορία του Πελέ. Αυτή του Βαλντεμάρ ντε Μπρίτο, άνθρωπο στον οποίο «χρεώνεται» η ανακάλυψη του άσημου τότε Έντισον.

Τα χρόνια της αθωότητας

Γεννημένος στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας το Μάιο του 1913, ο Ντε Μπρίτο ήταν από μικρός ερωτευμένος με την ίδια κοπέλα που ήταν όλα τα αγόρια της ηλικίας του εκείνη την εποχή. Τη μπάλα ποδοσφαίρου. Παρά τα φτωχικά παιδικά χρόνια που πέρασε, κατάφερε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο. Τα πρώτα του βήματα πίσω από τη στρογγυλή «θεά» τα πραγματοποίησε σε ηλικία δέκα ετών, όταν αγωνίστηκε με τη φανέλα της ομάδας της γενέτειράς του, της Σάο Πάολο, για την κατηγορία των παίδων.

Η ταχύτητα, το ταλέντο και κυρίως η έφεσή του στο σκοράρισμα, τον έκανε αμέσως πρώτο στόχο για πολλούς κυνηγούς ταλέντων. Κάπως έτσι, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, μετακόμισε στη Σιρίο, όπου παρά τα μικρά σκαμπανεβάσματα και τον δανεισμό του στην Ιντεπεντένσια, κατάφερε να εδραιωθεί και να «χτίσει» το όνομα ενός χαρισματικού σκόρερ. Μπορεί να μην ήταν σταθερή επιλογή στα πλάνα του προπονητή του, αλλά ο πιτσιρικάς, ακόμη, Ντε Μπρίτο έβρισκε δίχτυα σχεδόν σε κάθε ματς που αγωνιζόταν.

Η επιστροφή στα παλιά, η εδραίωση και η άδοξη πτώση

Έτσι, λοιπόν, μόλις στα 20 του, επέστρεψε ως επαγγελματίας πια στη Σάο Πάολο, με την οποία κατάφερε να γράψει ιστορία και μόλις σε ένα χρόνο και 31 συμμετοχές να βρει δίχτυα 23 φορές. Μεσολάβησε το πέρασμά του από ομάδες όπως η Μποταφόγκο, η Σαν Λορέντζο και η Φλαμένγκο με ανάλογη πορεία, για να γυρίσει για δεύτερη φορά στην ομάδα της καρδιάς του. Ακολούθησαν δύο «γεμάτες» σεζόν με 138 εμφανίσεις και 56 τέρματα, στατιστικά τα οποία τον έκαναν με διαφορά τον πιο αποδοτικό επιθετικό της εποχής.

Η συνέχεια όμως δεν ήταν ανάλογη. Έχοντας πατήσει τα τριάντα και με τον ίδιο να μη δείχνει τη θέληση για να συνεχίσει να αγωνίζεται σε κορυφαίο επίπεδο, η καριέρα του ακολούθησε πτωτική πορεία. Μέσα σε τρεις σεζόν άλλαξε τρεις διαφορετικές ομάδες, μεταξύ των οποίων και οι Φλουμινένσε και Παλμέιρας, μετρώντας μόλις 13 συμμετοχές, για να κλείσει την καριέρα του το 1946 στη Σάντος.

Το κεφάλαιο «Πελέ»

Μπορεί η καριέρα του Ντε Μπρίτο να έληξε άδοξα αλλά η αγάπη του για το ποδόσφαιρο ήταν ίδια με αυτή που είχε από μικρό παιδί. Έτσι, αποφάσισε να συνεχίσει να ασχολείται με τα πράγματα αλλά ως κυνηγός ταλέντων για τη Μπαούρου, ομάδα μικρότερης κατηγορίας, στην οποία στέλνονταν δανεικοί ποδοσφαιριστές της Σάντος για να δοκιμαστούν και να πάρουν παιχνίδια στα πόδια τους.

Έχοντας στο μυαλό του το δικό του ξεκίνημα από τις αλάνες της γειτονιάς του, ο Ντε Μπρίτο αναζήτησε το αστέρι που έψαχνε ακριβώς σε τέτοια μέρη. Σε αλάνες που ο καπνός από το χώμα δε σε άφηνε να ανασάνεις. Εκεί θα έβρισκε το ταλέντο που έψαχνε. Τον πιτσιρικά που παρά εκείνον τον καπνό, θα είχε καρφωμένα τα μάτια του στη μπάλα και θα την έκανε ό,τι ήθελε. Και έμελλε να τα καταφέρει.

Σε ένα τέτοιο παιχνίδι, ο Ντε Μπρίτο αντίκρισε για πρώτη φορά τον Πελέ. Έτσι τον φώναζαν κοροϊδευτικά οι συμμαθητές του επειδή ο μικρός Έντισον είχε αποκαλέσει το ίνδαλμά του και ποδοσφαιριστή της Βάσκο Ντα Γκάμα, Μπιλέ, ως «Πιλέ». Εκείνοι το τροποποίησαν ακόμα λίγο και του προσέδωσαν το παρατσούκλι με το οποίο θα γινόταν γνωστός σε ολόκληρο τον κόσμο πριν καλά καλά ενηλικιωθεί.

«Αυτό το παιδί μια μέρα θα γίνει ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στον κόσμο», είχε πει ο Ντε Μπρίτο στους ανθρώπους της Σάντος όταν τους παρουσίασε τον Πελέ

Ο Ντε Μπρίτο παρακολουθούσε από κοντά τις επιδόσεις αλλά και την καθημερινότητα του μικρού Έντισον. Από τα πρωινά που γυάλιζε παπούτσια για να κερδίσει το πενιχρό χαρτζιλίκι του, το οποίο και διέθετε στην οικογένειά του, μέχρι και τα απογεύματα που έπαιζε ξυπόλητος ποδόσφαιρο με τους φίλους του, κλωτσώντας μία μπάλα από κουρέλια και σπάγκο. Μία μέρα από αυτές, ο Ντε Μπρίτο έκανε το μεγάλο βήμα και προσέγγισε την οικογένεια του Έντισον για να του επιτρέψουν να τον στείλει στη Σάντος για δοκιμή.

Οι γονείς του Πελέ όντας απλοί και φτωχοί άνθρωποι δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα. Η πίεση του Ντε Μπρίτο, ωστόσο, σε συνδυασμό με το όνειρο του πατέρα του Έντισον, Ντοντίνιο, να δει το γιο του να κάνει την καριέρα που στερήθηκε εκείνος λόγω του σοβαρότατου τραυματισμού που αντιμετώπισε σε νεαρή ηλικία, έδωσαν το «πράσινο φως» για να δοκιμαστεί ο πιτσιρικάς στη Σάντος. Φυσικά, όταν η μητέρα του του έραβε ρούχα για την προπόνηση από σκισμένα σεντόνια, δε μπορούσε να φανταστεί πόσο ψηλά θα έφτανε το παιδί της. Πόσο ψηλά, άλλωστε, θα μπορούσε να φτάσει ένα παιδί που το μόνο του εφόδιο ήταν η αγάπη του για το ποδόσφαιρο; Ούτε το πρώτο ήταν, ούτε το τελευταίο. Κι όμως για εκείνο το παιδί, η ανόθευτη αγάπη του για το ποδόσφαιρο θα αρκούσε για να γράψει το όνομά του με «χρυσά» γράμματα στην ιστορία του αθλήματος.

Μετά το σύντομο πέρασμά του από τη Μπαούρου, ο 16χρονος ακόμη Πελέ πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με τη φανέλα της Σάντος το Σεπτέμβριο του 1956 στον αγώνα απέναντι στην Κορίνθιανς. Βρήκε δίχτυα τέσσερις φορές. Τα υπόλοιπα, όπως λένε, είναι ιστορία.