Φταίει τίς;

Η Εθνική Ελλάδος βρίσκεται πολύ κοντά σε μία ακόμα «χαμένη» διοργάνωση και η απόδοση ευθυνών μοιάζει πιο αναγκαία από ποτέ.

Share it: Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+

Η χειρότερη Εθνική ομάδα μπάσκετ των τελευταίων ετών (άσχετα με το τι θα ακολουθήσει σε αυτό το Ευρωμπάσκετ) ψάχνει τον αποδιοπομπαίο τράγο της. Η ομάδα που μας δόξασε και τίμησε τα ελληνικά χρώματα επί σειρά δεκαετιών στο άθλημα που δικαίως θεωρείται το «εθνικό μας σπορ», το μπάσκετ δηλαδή, έχει ξεσηκώσει θύελλα διαμαρτυριών από φίλους και έχει δώσει «πάτημα» σε εχθρούς για χλευασμό.

Φταίει τις; Όλοι; Κάθε προσπάθεια εξισωτισμού στον επιμερισμό ευθυνών είναι επικίνδυνη για το μέλλον του ίδιου του αντιπροσωπευτικού μας συγκρότήματος, για τον απλούστατο λόγο πως σε μία ομάδα ο καθένας παίρνει το μερίδιο που του αναλογεί, ώστε να μην επαναληφθούν τα ίδια λάθη.

Το δόγμα «φταίνε όλοι» είναι το εύκολο συμπέρασμα, αυτό που θα λέγαμε  στην οικονομική πολιτική: «οριζόντια μείωση μισθών». Γιατί να κάνεις οριζόντια μείωση μισθών; Βρες τους «υψηλόμισθους», κάνε τις περικοπές σου και προστάτεψε τους «χαμηλόμισθους» από τις μεγαλύτερες μειώσεις. Αυτό είναι και η έννοια της δικαιοσύνης. Ναι φταίω, ναι θα πληρώσω αλλά με πόσο, πως και γιατί; Είναι δίκαιο να μπαίνουμε όλοι σε ένα καζάνι και να γινόμαστε αχταρμάς στον βωμό της εύκολης λύσης.

Όσοι λοιπόν λένε πως «φταίνε όλοι» ή βαριούνται να το αναλύσουν πολύ ή έχουν κάποιο σκοπό: να ελαφρύνουν τις ευθύνες κάποιων που έχουν εγκληματίσει εις βάρος αυτής της Εθνικής ομάδας.

Να τα πάρουμε ένα ένα λοιπόν: η Εθνική ομάδα μπάσκετ δεν έχει προπονητή. Και δεν έχει προπονητή γιατί έτσι επέλεξε η Ομοσπονδία μπάσκετ και ο ισχυρός άνδρας της, Γιώργος Βασιλακόπουλος. Ναι ξέρω, αρνήθηκαν όλοι όσοι είχαν πρόταση. Ρωτάω λοιπόν, γιατί αρνήθηκαν; Μήπως ξέρουν πια όλοι τις παθογένειες και γνωρίζουν πως δεν μπορούν να τις παλέψουν και κατ’ επέκταση θα εκτεθούν;

Η επιλογή του Κώστα Μίσσα, ο οποίος σαφώς δεν είναι άμοιρος ευθυνών και θα το εξηγήσουμε παρακάτω, ήταν εγκληματική. Οι ιθύνοντες της Ομοσπονδίας δεν σεβάστηκαν ούτε τον ίδιο τον Μίσσα και την όποια ιστορία του στον χώρο, τον επέλεξαν σαν το εύκολο θύμα που μετά θα τα έπαιρνε όλα πάνω του (ήδη το εχει κάνει με δήλωσή του, προς τιμήν του βέβαια), ούτε την φανέλα της Εθνικής, ούτε τους παίκτες, ούτε τους χιλιάδες φίλους της. Ήξεραν πως ο παροπλισμένος βετεράνος τεχνικός δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει τόσο στις υψηλές αγωνιστικές απαιτήσεις ενός τόσο δύσκολου τουρνουά, όσο και στις μεταξύ των παικτών ισορροπίες. Και όμως τον όρισαν ως πρώτο προπονητή πετάγοντάς τον στην ουσία στον «λάκκο των λεόντων».

Οι δημοσιογράφοι, ή μάλλον μεγάλη μερίδα εξ ημών, αντί να καταδείξουν εξ αρχής τον λάθος χειρισμό της Ομοσπονδίας, μίλησαν για την «καλύτερη δυνατή λύση» (αν είναι δυνατόν) και επίσης αναφέρθηκαν στο πλούσιο ταλέντο (;) της Εθνικής ομάδας και στον εγωισμό των παικτών!

Ο ίδιος ο Μίσσας, και εδώ του καταλογίζω την μεγαλύτερη ευθύνη, μίλησε για μετάλλιο (!) αντί να πει πως «παιδιά είμαι λύση ανάγκης, ήρθα να βοηθήσω όπως και όσο μπορώ την Εθνική ομάδα και όπου βγει. Ζητάω συγγνώμη εκ των προτέρων αν δεν τα καταφέρω». Στη συνέχεια ο Κώστας Μίσσας άφησε την ομάδα ρεμπέτ ασκέρ, δεν είπε την αλήθεια για την περίπτωση του Γιάννη Αντετοκούνμπο ακούγοντας τις επιταγές του εργοδότη του προφανώς, παρακολουθούσε άπραγος τον Νίκο Παππά να βρίζει τον συνεργάτη του στον πάγκο, σε ένα τάιμ άτου του Ακρόπολις, όταν εκείνος προσπαθούσε να περιποιηθεί ένα τραύμα του στο πρόσωπο, έμεινε αμέτοχος στον τσακωμό των Μπουρούση – Παππά (αυτό το παιδί ο Παππάς πάντως είναι αλήθεια πως είναι μέσα σε κάθε ένταση και οφείλει να ηρεμήσει λίγο και να διαισθανθεί σε ποια ομάδα αγωνίζεται), δεν επανέφερε στην τάξη τον Αγραβάνη που αμέσως μετά το ματς με την Γαλλία έκανε επαναστατικές αναρτήσεις στο instagram και έτσι ενίσχυσε με κάθε τρόπο το κλίμα ασυδοσίας που παρέσυρε και τον πολυτιμότερο παίκτη της Εθνικής ομάδας, Θανάση Αντετοκούνμπο να προβεί στις δηλώσεις μετά την ήττα από την Φινλανδία, δηλώσεις που αμέσως μετά ανασκεύασε.

Ο Θανάσης είχε δίκιο. Μίλησε ακριβώς όπως θα έπρεπε να μιλήσει ένας ηγέτης μέσα στο αποδυτήρια για να πεισμώσει τους συμπαίκτες του. Το λάθος του είναι ότι αυτή την δήλωση την έκανε δημοσίως. Ωστόσο, σε περίπτωση που οι συμπαίκτες του αφυπνιστούν από τον λήθαργο, εκείνος θα είναι που θα έχει χτυπήσει τον εγωισμό τους και θα οφείλουμε να του το αναγνωρίσουμε

Επίσης ο Θανάσης έχει δίκιο να πνίγεται, όταν γνωρίζει ότι κάποιοι (συμπαίκτες όχι, αλλά διοικούντες και δημοσιογράφοι σίγουρα) του καταλογίζουν ότι παίζει στην Εθνική ομάδα έχοντας βύσμα τον αδελφό του. Θα μπορούσε εξάλλου να περιοριστεί σε ό,τι ακριβώς κάνει μέχρι στιγμής, να βουλώνει στόματα μέσα στο γήπεδο.

Το άναρχο κλίμα που επικρατεί στην Εθνική ομάδα έχει πρώτα την υπογραφή του Γιώργου Βασιλακόπουλου, μετά του Κώστα Μίσσα και τελευταία των ίδιων των παικτών. Οι διεθνείς είναι αθλητές. Είναι δύσκολο για αυτούς να βρουν από μόνοι τους τον σωστό τρόπο αντίδρασης. Εξου και στα ομαδικά αθλήματα ο προπονητής είναι εκείνος που τους δένει ως ομάδα.

Στο καθαρά αγωνιστικό κομμάτι τώρα η Εθνική παρουσιάζεται σαφώς χειρότερη από τα προηγούμενα τουρνουά, αλλά εδώ υπάρχουν δικαιολογίες. Αν δεν επικρατούσε το μπάχαλο που βλέπουμε θα μπορούσαμε να βρούμε 1000 από αυτές. Κατ’ αρχάς η Εθνική δεν έχει ταλέντο, έχει παίκτες – ρολίστες που θέλουν ειδικό τρόπο μεταχείρισης και διαχείρισης. Στην ομάδα δεν υπάρχει ηγέτης, δεν υπάρχει ένας παίκτης που θα τους δέσει και θα τους εμπνεύσει στα αποδυτήρια. Δεν έχει στόχο, δεν έχει αγωνιστικό πλάνο στην επίθεση (ή μάλλον έχει: βρείτε τον Μπουρούση και πασάρετε), δεν έχει διάθεση. Το τελευταίο πιστοποιείται από την ανύπαρκτη άμυνα, τομέας που χρειάζεται διάθεση για να διακριθείς. Επίσης δεν έχει ώριμη αντίδραση (βλέπε το ανόητο αντιαθλητικό του Μάντζαρη στο κρισιμότερο λεπτό του αγώνα με την Φινλανδία) και δεν έχει οργάνωση.

Πως μπορούμε να περιμένουμε κάτι παραπάνω από αυτήν την Εθνική; Πως γίνεται αν λειτουργήσει ο περιβόητος «αθλητικός εγωισμός» όταν ο εγωισμός σε τέτοιες καταστάσεις το μόνο που κάνει είναι να δημιουργεί εντάσεις και να σπέρνει διχόνοιες. Το αντίθετο θέλουμε αυτή τη στιγμή, να βάλουν όλοι τον εγωισμό τους στην άκρη και να παίξουν για το σύνολο, όλοι μαζί ενωμένοι σαν μία γροθιά. Μια γροθιά για τους αντιπάλους, όχι ο ένας κόντρα στον άλλον.