Ο Βούλγαρος φονιάς της Μπαρτσελόνα

Το Debut.gr υμνεί έναν από τους κορυφαίους επιθετικούς της ιστορίας του ποδοσφαίρου που σημάδεψε τη Μπαρτσελόνα αλλά και την Εθνική Βουλγαρίας.

Share it: Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+

Υπήρξε φονιάς με όλη τη σημασία της λέξης. Φονιάς των γηπέδων. Γεννημένος σκόρερ και μάλιστα δεινός, αφού θεωρείται και όχι άδικα ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών και φυσικά ο σπουδαιότερος Βούλγαρος ποδοσφαιριστής.

Ποδοσφαιριστής της χρονιάς το 1992 και το 1994, χρονιά που τιμήθηκε και με τη «Χρυσή Μπάλα». Δέκα χρόνια μετά ονομάζεται από τον Πελέ ως ένας από τους καλύτερους εν ζωή ποδοσφαιριστές του κόσμου, στα πλαίσιατων εορτασμών για τα 100 χρόνια από την ίδρυση της FIFA.

Ο λόγος φυσικά για τον Χρίστο Στόιτσκοφ που κατάφερε να κάνει όλη την Ευρώπη να υποκλιθεί μπροστά στο ταλέντο του.

Κάθε αρχή και… μαγική

Το ποδόσφαιρο ήταν κάτι περισσότερο από αγάπη για τον Στόιτσκοφ. Ήταν το πεπρωμένο του. Μπορεί να μην το ένιωθε όταν έτρεχε πίσω από τον πατέρα του ως ball boy στην τοπική Μάριτσα αλλά μία μέρα θα το καταλάβαινε. Τότε άλλωστε τα παιδικά συναισθήματα ήταν τόσο αγνά που ήταν απίστευτο να κατανοήσει ή και να προβλέψει ότι κάποτε όλη η Ευρώπη θα τον γνωρίζει και στην πατρίδα του θα λογίζεται ως θρύλος του αθλήματος.

Τα πρώτα του τρεξίματα, τις πρώτες ντρίμπλες, ο Στόιτσκοφ τις πραγματοποίησε με τη φανέλα της ομάδας του πατέρα του, τη Μάριτσα, στις ακαδημίες της οποίας κατάφερε να ξεχωρίσει πολύ γρήγορα και μόλις στα 15 του χρόνια να κάνει το ντεμπούτο του με την πρώτη ομάδα στη Β’ κατηγορία Βουλγαρίας.

Το αστέρι του είχε λάμψει. Αμούστακος ακόμα, ο Στόιτσκοφ είδε τα πράγματα να παίρνουν μία πρωτόγνωρη και συνάμα πολύ γρήγορη τροπή. Μετά την Μάριτσα ακολούθησε η μεταγραφή του στη Χέμπρος και από εκεί στην ομάδα της πρωτεύουσας. Την πανίσχυρη, ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Ήταν οι Μάναλοφ και Πένεφ, μάνατζερ και προπονητής της ΤΣΣΚΑ που παρακολουθούσαν από καιρό τον πιτσιρικά Στόιτσκοφ και είχαν βάλει στοίχημα ότι θα καταφέρουν να τον κάνουν κάτοικο Σόφιας.

Η κακιά στιγμή και η επάνοδος

Το ταλέντο του νεαρού Χρίστο ήταν αδιαμφισβήτητο. Το ίδιο όμως ήταν και το εκρηκτικό του… ταπεραμέντο, το οποίο όμως εν τέλει του κόστισε και μάλιστα ακριβά αφού ένας τσακωμός στον τελικό του Κυπέλλου Βουλγαρίας το 1985 τον άφησε εκτός αγωνιστικών χώρων για έναν ολόκληρο χρόνο. Μία τιμωρία που τον έπληξε ψυχολογικά αλλά τον πείσμωσε να επιστρέψει ακόμα καλύτερος.

Μαγκωμένος στην αρχή αλλά αποφασισμένος να κάνει τη διαφορά, ο Στόιτσκοφ αποδεικνύει ότι το διάστημα που τον κράτησε «παγωμένο», του είχε γεννήσει… φονικά ένστικτα. Από την επόμενη κιόλας χρονιά, πετυχαίνει 30 γκολ σε 38 παιχνίδια και βγαίνει πρώτος σκόρερ όχι μόνο στο πρωτάθλημα της Βουλγαρίας αλλά και σε όλη την Ευρώπη.  Άπαντες συμφωνούν . Χαρακτήρας εκρηκτικός και οξύθυμος, όμως «μάγος» με την μπάλα και κυρίως δεινός σκόρερ.  Στην πρώτη του γεμάτη σεζόν με την ΤΣΣΚΑ (1986/87), ο Χρίστο κατέκτησε το νταμπλ και έγινε «εθνικός ήρωας» για τους φίλαθλους της ομάδας. Δυο ακόμα κύπελλα, ένα πρωτάθλημα και ένα νταμπλ (1988/89), έκαναν γνωστό τον Στόιτσκοφ και εκτός συνόρων και αρκετοί σύλλογοι του εξωτερικού άρχισαν να ενδιαφέρονται για την απόκτησή του.

Φυσικά, στην ΤΣΣΚΑ ο Στόιτσκοφ δεν ήταν το μοναδικό… αστέρι που επρόκειτο να κάνει καριέρα. Δίπλα του εκείνη την εποχή, έλαμπε και ένας έτερος μεγάλος επιθετικός, ο Λούμπο Πένεφ. Αμφότεροι ήταν σαφές πως θα μπορούσαν να κάνουν διεθνή καριέρα, όμως τότε ήταν πολύ δύσκολο – έως αδύνατον – για παίκτες του ανατολικού μπλοκ να μπορέσουν να πάρουν μεταγραφή στο εξωτερικό. Ο Πένεφ είχε όμως ένα πλεονέκτημα απέναντι στον Χρίστο. Έναν άσο στο μανίκι θα έλεγε κανείς. Ένας άσος που άκουγε στο όνομα του Ντίμιταρ Πένεφ, που εκτός από προπονητής και θείος του, ήταν και στρατιωτικός και συνεπώς άρα μπορούσε να επηρεάσει τη διοίκηση, όπως και έγινε. Το καλοκαίρι του 1989 ο Λούμπο Πένεφ αναχώρησε από τη Βουλγαρία έναντι ενός εκατομμυρίου δολαρίων και υπέγραψε συμβόλαιο στην ισπανική Βαλένθια.

Ο Στόιτσκοφ, ωστόσο, δεν είχε πει την τελευταία του κουβέντα αφού λίγο καιρό αργότερα θα μετακόμιζε στη Βαρκελώνη για λογαριασμό της Μπαρτσελόνα του Γιόχαν Κρόιφ. Ο Ισπανός μάνατζερ Χοσέ Μαρία Μινγκέγια, ο οποίος συνεργαζόταν με τους «μπλαουγκράνα», παρακολουθούσε τον Βούλγαρο επιθετικό κατόπιν εντολής του ίδιου του Κρόιφ και θα έπαιζε σπουδαίο ρόλο στην ολοκλήρωση της μεταγραφής του Στόιτσκοφ στους Καταλανούς. Ήταν άλλωστε εξαιρετική η πρώτη επαφή που είχαν οι άνθρωποι της Μπαρτσελόνα με τον Στόιτσκοφ αφού την περίοδο 1988/89, οι Καταλανοί είχαν αντιμετωπίσει την ΤΣΣΚΑ Σόφιας στον ημιτελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων, με τον Χρίστο να πετυχαίνει και τα τρία γκολ της ομάδας του στα δυο ματς. Ο Μινγκέγια, λοιπόν, βρισκόταν σε συνεχή επαφή με τον Ολλανδό για το θέμα του Χρίστο, ενώ από την άλλη, ο Στόιτσκοφ, θέλοντας να πάει οπωσδήποτε στους «μπλαουγκράνα», φρόντισε να κάνει πράγματα και θαύματα στη σεζόν 1989/90, βγαίνοντας πρώτος σκόρερ στην Ευρώπη με 38 τέρματα.

Οι «τρελές» διαπραγματεύσεις

Τελικά, τον Μάιο του 1990 ξεκίνησαν οι συζητήσεις ανάμεσα στη Μπαρτσελόνα και την ΤΣΣΚΑ Σόφιας και κράτησαν περισσότερο διάστημα απ’ όσο αναμενόταν. Κι αυτό γιατί οι δύο πλευρές είχαν μάθει σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες διαπραγμάτευσης. Οι μεν Βούλγαροι δεν μιλούσαν Αγγλικά και συνήθιζαν να φωνάζουν, κάτι φυσιολογικό για εκείνους, αλλά όχι για τους Καταλανούς. Ακόμα, οι συζητήσεις ήταν χρονοβόρες και κουραστικές, γιατί η άλλη πλευρά δεν είχε καμία σχετική εμπειρία και τα ραντεβού δίνονταν πάντα στις 8 το πρωί!

Συνολικά είχαν γίνει έξι συναντήσεις και κάθε φορά παρευρίσκονταν επτά-οχτώ άτομα τα οποία κανείς δεν ήξερε ποιοι ήταν και για ποιο λόγο ήταν παρόντες. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, ο πρόεδρος της ΤΣΣΚΑ, Τσολάκοφ, είχε πει στην αντιπροσωπεία της Μπαρτσελόνα, ότι δεν υπήρχε περίπτωση να κλείσει η συμφωνία, αν δεν έπιναν όλοι μαζί. Έτσι λοιπόν, κάθε πρωί στις 8, πριν ξεκινήσουν οι συζητήσεις, οι Βούλγαροι έβαζαν μπροστά στους Καταλανούς, βότκα, ζεστή Coca-Cola, γιαούρτι και τούρκικο καφέ! Η διαδικασία προέβλεπε μια κουταλιά γιαούρτι για να μπει κάτι στο στομάχι, μετά βότκα, μετά λίγο αναψυκτικό και τέλος λίγο καφέ για να μη μεθύσουν. Και πάλι απ’ την αρχή, μέχρι να ολοκληρωθεί η συνάντηση. Μάλιστα, στο βιβλίο του, όπου και αναφέρει όλες αυτές τις λεπτομέρειες, ο Μινγκέγια αποκαλύπτει ότι όλοι στην αντιπροσωπεία των «μπλαουγκράνα» που δεν είχαν συνηθίσει να πίνουν σε καθημερινή βάση, έφευγαν από τις συσκέψεις τελείως μεθυσμένοι.

Η μεταγραφή εν τέλει ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 1990, με μια πολύ ευνοϊκή συμφωνία για τη Μπαρτσελόνα, η οποία έκλεισε στα 4 εκατομμύρια δολάρια, τα οποία συμφωνήθηκε να εισπράξει η ΤΣΣΚΑ σε 4 δόσεις. Έτσι λοιπόν ο Στόιτσκοφ έκανε το όνειρό του πραγματικότητα και ταξίδεψε στην Βαρκελώνη, όπου παρουσιάστηκε από την διοίκηση Νούνιεθ ως το κομμάτι του παζλ που απέμενε για να συμπληρωθεί η Dream Team, αφού ένα χρόνο νωρίτερα είχε αποκτηθεί ο Λάουντρουπ και ήδη βρισκόταν στην ομάδα ο Κούμαν.

Το νέο είδωλο της Καταλονίας

Στην πρώτη του σεζόν ως «μπλαουγκράνα», ο Στόιτσκοφ πέτυχε 21 τέρματα σε πρωτάθλημα, Κύπελλο και Ευρώπη, κερδίζοντας αμέσως το κοινό του «Καμπ Νου», που δεν χόρταινε να βλέπει τις επελάσεις και τα γκολ του Βούλγαρου στράικερ με το φοβερό αριστερό του πόδι. Η τρομερή ταχύτητά του σε συνδυασμό με τα πανέξυπνα ξεμαρκαρίσματα και τις ασίστ του Λάουντρουπ, τον έφερναν συνεχώς σε θέση βολής και πολύ γρήγορα οι Καταλανοί φίλαθλοι του χάρισαν το παρατσούκλι «πιστολέρο». Όμως, μαζί με τις ποδοσφαιρικές του ικανότητες, η Ισπανία έμαθε και τον δύσκολο χαρακτήρα του.

Στις 5 Δεκεμβρίου του 1990, στον πρώτο αγώνα του ισπανικού Σούπερ Καπ, ανάμεσα στη Μπαρτσελόνα και τη Ρεάλ Μαδρίτης, ο διαιτητής Ουρίθαρ Αθπιτάρτε απέβαλλε στο 41ο λεπτό του πρώτου ημιχρόνου τον Γιόχαν Κρόιφ από τον πάγκο των «μπλαουγκράνα».


Ο Στόιτσκοφ πήγε αμέσως στον ρέφερι και ζήτησε εκνευρισμένος εξηγήσεις. Προφανώς δεν ικανοποιήθηκε και πάτησε με τις τάπες τον Ουρίθαρ στο πόδι! Ο διαιτητής απομακρύνθηκε κουτσαίνοντας, δημιουργήθηκε ένας μικρός χαμός και τελικά ο Βούλγαρος αποβλήθηκε. Στη συνέχεια τιμωρήθηκε με έξι μήνες αποκλεισμό, όμως τελικά η ποινή του μειώθηκε στους δυο μήνες. Κατάλαβε έτσι με τον δύσκολο τρόπο ότι μπορεί να ήταν ένας σταρ παγκόσμιας εμβέλειας, όμως η αντιμετώπισή του στην Ισπανία θα ήταν τελείως διαφορετική από ότι στην ΤΣΣΚΑ, όπου τα καπρίτσια του περνούσαν απαρατήρητα. Βέβαια, οι φίλοι της Μπαρτσελόνα τον συγχώρησαν αμέσως και από τότε μέχρι και σήμερα, η ετικέτα του «antimadridista» ακολουθεί τον Βούλγαρο, ο οποίος στη διάρκεια της παραμονής του στη Βαρκελώνη, πρωταγωνίστησε σε άπειρους τσαμπουκάδες στα Clásicos.

Η συγκομιδή του από το πρώτο του πέρασμα από τη Βαρκελώνη; Τέσσερα σερί πρωταθλήματα (1991, 1992, 1993, 1994), δυο ισπανικά Σούπερ Καπ (1992, 1994) και ένα ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ (1992). Όμως η κορυφαία του στιγμή, όπως και όλης της Dream Team, ήταν η κατάκτηση του πρώτου στην ιστορία του καταλανικού συλλόγου, Κυπέλλου Πρωταθλητριών.

Ο Στόιτσκοφ μπορεί να μη βρήκε δίχτυα στα πρώτα 6 παιχνίδια εκείνης της διοργάνωσης, όμως στα τελευταία 4 κρίσιμα ματς του ομίλου πέτυχε 4 πολύτιμα γκολ, τα οποία έδωσαν την πρώτη θέση στη Μπαρτσελόνα και ταυτόχρονα το εισιτήριο για τον μεγάλο τελικό. Εκεί οι «μπλαουγκράνα» κέρδισαν την Σαμπντόρια στην παράταση με το γκολ-φάουλ του Κούμαν και σκαρφάλωσαν στην κορυφή της Ευρώπης.

Η Αθήνα, η απογοήτευση και τα ατέλειωτα βραβεία

Στην πενταετία 1990-95, ο Στόιτσκοφ ήταν ο πιο παραγωγικός σκόρερ σε όλη την Ευρώπη. Ήταν όπως αναφέραμε και στην αρχή, φονιάς. Και το φονικό του ένστικτο μετέτρεψε τα πέντε πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90 στην καλύτερη περίοδο της καριέρας του.

Η επαφή του με τα αντίπαλα δίχτυα; Στενή. Είχε καταφέρει άλλωστε να πετύχει 109 τέρματα σε 212 επίσημες συμμετοχές σε όλες τις διοργανώσεις. Μόνο στην πέμπτη του σεζόν είχε λιγότερα από 20 γκολ (18).

Παράλληλα, φορώντας το εθνόσημο στο στήθος, οδήγησε την εθνική ομάδα της χώρας του στον ημιτελικό του Μουντιάλ του 1994, σκοράροντας κατά σειρά εναντίον της Ελλάδας (δις), της Αργεντινής, του Μεξικού, της Γερμανίας και της Ιταλίας (πρώτος σκόρερ του τουρνουά με 6 γκολ).

Ήταν η χρονιά που η Βουλγαρία πέτυχε την μεγάλη έκπληξη αποκλείοντας την κάτοχο του τίτλου, Γερμανία και έδειχνε ικανή για το κάτι παραπάνω αλλά εν τέλει… υπέκυψε απέναντι στην Ιταλία, χάνοντας με 2-1.

Εκείνη τη σεζόν (1993/94), ο Στόιτσκοφ πέτυχε 24 γκολ με την Μπαρτσελόνα, κέρδισε το τέταρτο σερί πρωτάθλημα αλλά γεύτηκε την απογοήτευση στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ στην Αθήνα, εκεί όπου οι «μπλαουγκράνα» ηττήθηκαν κατά κράτος από τη Μίλαν με 4-0.


Ήταν ίσως η μεγαλύτερη απογοήτευση που είχε ζήσει ο Στόιτσκοφ στα χρόνια παραμονής του στη Βαρκελώνη. Ήταν, μάλλον, ο τίτλος του φαβορί που είχε δοθεί στη Μπαρτσελόνα πριν τον συγκεκριμένο αγώνα και έκανε την ήττα να μοιάζει ακόμα μεγαλύτερη. Πως άλλωστε να μην είναι το φαβορί;

Μία ομάδα αποτελούμενη από σούπερ σταρ του ποδοσφαίρου απέναντι σε μία Μίλαν που έμοιαζε εύκολο εμπόδιο απέναντι στα θηρία με τα μπλε-κόκκινα. Το ποδόσφαιρο όμως είναι ένα περίεργο άθλημα και θα έλεγε κανείς πως βραδιές όπως εκείνη της Αθήνας το κάνουν τόσο… μαγικό. Οι «ροσονέρι» σκορπίζουν με 4-0 τους «μπλαουγκράνα» και ο Στόιτσκοφ καταρρέει.

«Ήταν από τις πιο κακές βραδιές της ζωής μου» θα έλεγε αναφερόμενος στο βράδυ εκείνο μερικά χρόνια αργότερα.

Η ειρωνεία είναι πως το 1994 ο Βούλγαρος επιθετικός θα σαρώσει τα βραβεία. Θα πάρει το «χρυσό» παπούτσι, ενώ θα του απονεμηθεί και ο τίτλος του καλύτερου Ευρωπαίου ποδοσφαιριστή. Φυσικά είναι και μέλος της All Star ομάδας, όπως ψηφίζεται από το κοινό, τους προπονητές και τους αρχηγούς των ομάδων.

Κάπως έτσι κύλησε το 1994 για τον Στόιτσκοφ, αφήνοντάς τον με το δίλημμα να τη θεωρήσει επιτυχημένη τελικά ή όχι. Η απάντηση σε αυτό το δίλημμα ήρθε και μάλιστα στο τέλος της… τρελής εκείνης χρονιάς. Το France Football τον ψήφισε ως τον κορυφαίο Ευρωπαίο ποδοσφαιριστή και έγινε ο τρίτος παίκτης στην ιστορία της Μπαρτσελόνα (μετά τους Λουίς Σουάρεθ και Γιόχαν Κρόιφ), αλλά και ο μοναδικός Βαλκάνιος μέχρι σήμερα, που βραβεύτηκε με τη «Χρυσή Μπάλα», αφήνοντας πίσω του τους Ιταλούς Ρομπέρτο Μπάτζο και Πάολο Μαλντίνι.

Εκείνη ήταν η χρονιά της απόλυτης δόξας για τον Βούλγαρο, όμως τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους στον ορίζοντα. Η έλευση του Ρομάριο το καλοκαίρι του 1993 χάλασε την τέλεια ισορροπία της ομάδας και αυτό διότι ο Βραζιλιάνος πήρε την θέση του Λάουντρουπ στην ενδεκάδα, στερώντας δημιουργία στην ομάδα και προκαλώντας την γκρίνια του Δανού.

Ο ξενύχτης Ρομάριο έγινε κολλητός με τον Στόιτσκοφ και η σιδερένια πειθαρχία των προηγούμενων ετών μέσα και έξω από τα αποδυτήρια της Μπαρτσελόνα κατέρρευσε, με αποκορύφωμα την άρνηση των δυο να εμφανιστούν στον αγωνιστικό χώρο του ΟΑΚΑ για να παραλάβουν τα μετάλλια τους μετά τον χαμένο τελικό του 1994.

Οι δυο τους συνδέθηκαν με μία αληθινή φιλία και όταν ο Βραζιλιάνος έφυγε από τη Μπαρτσελόνα τον Ιανουάριο του 1995 μετά από έναν καυγά που είχε με τον Κρόιφ, ο Βούλγαρος ήρθε σε ρήξη με τον Ολλανδό.

Η αρχή του κακού είχε γίνει. Οι πρώτες εντάσεις είχαν δώσει τη θέση τους πλέον σε μία ισχυρή βεντέτα η οποία και κορυφώθηκε στις 15 Μαρτίου του 1995, όταν μετά τον επαναληπτικό προημιτελικό με την Παρί Σεν Ζερμέν, όπου οι «μπλαουγκράνα» ηττήθηκαν 2-1 και αποκλείστηκαν από τη συνέχεια, ο Στόιτσκοφ βγήκε ζωντανά σε γνωστό ραδιοφωνικό πρόγραμμα εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του για τις επιλογές του προπονητή του, θέτοντας εμμέσως πλην σαφώς το δίλημμα «ή ο Κρόιφ ή εγώ».

Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως θα τα περίμενε ο Στόιτσκοφ, του οποίου η συμπεριφορά είχε κουράσει τους ανθρώπους της Μπαρτσελόνα, οι οποίοι έψαχναν μία αφορμή για να τον αποδεσμεύσουν. Αφορμή η οποία τους δόθηκε από την Πάρμα, που έβγαλε από τα ταμεία της ένα δις πεσέτες (περίπου 6 εκατομμύρια ευρώ) στην διοίκηση των Καταλανών, κάνοντας δικό της τον ανυπάκουο Βούλγαρο.

Το απίστευτο «σήριαλ» με την Παρί

Μπορεί ο Στόιτσκοφ να ήταν μία ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου, που παρά το τεράστιο ταλέντο του, προβλημάτιζε με τον έντονο χαρακτήρα του, αλλά αυτό δεν σήμαινε πως η Μπαρτσελόνα ήθελε να τον διώξει. Αναγκάστηκε θα έλεγε κανείς από τις συνθήκες. Και μάλιστα, όταν έγινε γνωστό πως ο Βούλγαρος θα έφευγε από τη Βαρκελώνη, οι ομάδες που ήθελαν να τον κάνουν δικό τους σχημάτισαν… ουρά έξω από την πόρτα της «Μπάρτσα».

Ονόματα όπως αυτά των Ίντερ, Νάπολι, Φιορεντίνα, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ είναι μερικά μόνο από αυτά που ακούστηκαν εκείνη την περίοδο ως ο επόμενος σταθμός της καριέρας του Στόιτσκοφ.

Πριν όμως αυτός καταλήξει στην Ιταλία για λογαριασμό της Πάρμα, ο Στόιτσκοφ είχε φτάσει μία ανάσα από την Παρί Σεν Ζερμέν. Το ημερολόγιο έγραφε 21 Μαΐου του 1992, και η Μπαρτσελόνα πανηγύριζε το πρώτο Κύπελλο Πρωταθλητριών της ιστορίας της.

Ο τότε πρόεδρος της Παρί, Μισέλ Ντενιζό αποφασισμένος για να κάνει δικό του τον Βούλγαρο επιθετικό, τηλεφώνησε στον Μινγκέγια, για να εκφράσει επίσημα το ενδιαφέρον του για τον Στόιτσκοφ. Η απάντηση του μάνατζερ του παίκτη ήταν αρνητική προβάλλοντας ως αιτιολογία το συμβόλαιο που δέσμευε τον Βούλγαρο με την Μπαρτσελόνα.

Ο Ντενιζό, όμως, δεν θα τα παρατούσε τόσο εύκολα. Επικοινώνησε, λοιπόν, εκ νέου με τον Μινγκέγια προκειμένου να διαπραγματευτούν τους όρους που υπήρχαν για να μετακομίσει ο Στόιτσκοφ στο Παρίσι. Με τη σειρά του ο Μινγκέγια, θέλοντας να απαλλαγεί από την ασφυκτική πίεση του Ντενιζό, κοστολόγησε τον Στόιτσκοφ με ένα αμύθητο ποσό, θέτοντας μάλιστα μια σειρά από τρελούς όρους, ποντάροντας στο ότι ο πρόεδρος της Παρί θα απέρριπτε ασυζητητί την πρόταση και δεν θα επέμενε περαιτέρω.

Ο Μινγκέγια υπολόγιζε, ωστόσο, χωρίς τον ξενοδόχο. Δεν γνώριζε πως ο Ντενιζό, είχε πλούσιο… backround χάρη στα χρήματα του Canal+, το οποίο είχε αγοράσει την Παρί. Έτσι, λοιπόν, ο ισχυρός άνδρας των Παριζιάνων επικοινώνησε ξανά με τον μάνατζερ γνωστοποιώντας του την αποδοχή όλων των όρων.

Ο Μινγκέγια, πιστεύοντας ότι είχε στα χέρια του μία από τις ιστορικότερες προσφορές που έχουν γίνει ποτέ για ποδοσφαιριστή, ενημέρωσε αμέσως τον Κρόιφ για την πρόθεση της Παρί να αγοράσει τον Στόιτσκοφ με τον Ολλανδό, ωστόσο, να είναι κατηγορηματικός στην παραμονή του παίκτη στη Μπαρτσελόνα, κάτι που τελείωσε άδοξα το «σήριαλ» που είχε ξεκινήσει με την Παρί και ίσως να κατέληγε σε μία από τις ανατρεπτικότερες στιγμές της ιστορίας του ποδοσφαίρου.

Ίδια στάση με τον Κρόιφ όμως κράτησε και ο ίδιος ο Στόιτσκοφ, ο οποίος μετά από ένα παιχνίδι της Μπαρτσελόνα με την Αθλέτικ Μπιλμπάο, μίλησε στα Μέσα Ενημέρωσης της εποχής ξεκαθαρίζοντας τη θέση του και γνωστοποιώντας την επιθυμία του να παραμείνει στη Βαρκελώνη.

Το πείραμα της Πάρμα και η επιστροφή στη Βαρκελώνη

Ο Στόιτσκοφ ήταν πια παρελθόν από τη Μπαρτσελόνα. Η Πάρμα είχε καταφέρει να κερδίσει την… κούρσα των υποψήφιων μνηστήρων και να τον κάνει δικό της. Ήταν μία περίοδος που η ιταλική ομάδα προσπαθούσε να χτίσει το όνομά της, να γράψει ιστορία και εκμεταλλευόμενη τα χρήματα που έφερνε στα ταμεία της η εταιρία «Παρμαλάτ», είχε συγκεντρώσει στο δυναμικό της πλήθος Ευρωπαίων και όχι μόνο αστέρων.

Ήταν μια ευκαιρία συνεπώς για τον Στόιτσκοφ να δοκιμάσει την τύχη του στην Ιταλία και να ηγηθεί της προσπάθειας της Πάρμα να κατακτήσει την κορυφή του «Καμπιονάτο». Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο εύκολα. Ο Στόιτσκοφ γρήγορα καταλαβαίνει πως το κλίμα της Ιταλίας δεν τον… σηκώνει. Η κατάσταση στην Πάρμα ήταν αβέβαιη και ο ίδιος δεν ένιωθε «ασφαλής». Έτσι λοιπόν, μόλις έναν χρόνο μετά την πολύκροτη μεταγραφή του, θα κάνει αυτό που ελάχιστοι περιμένουν. Το καλοκαίρι του 1996, ο Στόιτσκοφ επέστρεψε στη Μπαρτσελόνα μέσα στον γενικό ενθουσιασμό των φιλάθλων, που υποδέχτηκαν ξανά το είδωλό τους στην ομάδα.


Ο Γιόχαν Κρόιφ είχε φύγει, χρέη προπονητή εκτελούσε ο Μπόμπι Ρόμπσον ενώ η Μπαρτσελόνα είχε αποκτήσει νέους αστέρες. Ρονάλντο, Ζιοβάνι, Πίτσι και Λουίς Ενρίκε ήταν τα πρώτα… βιολιά των «μπλαουγκράνα» κάτι που έδωσε σταδιακά το μήνυμα στον Στόιτσκοφ ότι η θέση του στην αρχική ενδεκάδα πλέον δεν ήταν δεδομένη.

Την πρώτη του σεζόν μετά την επιστροφή του στη Μπαρτσελόνα, ο Στόιτσκοφ πανηγύρισε το ισπανικό Σούπερ Καπ απέναντι στην Ατλέτικο (με το πολύτιμο και καθοριστικό γκολ του Στόιτσκοφ στον επαναληπτικό της Μαδρίτης), το Κύπελλο Ισπανίας στον αξέχαστο τελικό με την Μπέτις του Λορένθο Σέρα (3-2 στην παράταση) και το Κύπελλο Κυπελλούχων απέναντι στην Παρί Σεν Ζερμέν, χάνοντας όμως το πρωτάθλημα από τη Ρεάλ Μαδρίτης για δυο μόλις βαθμούς. Στην τροπαιοθήκη προστίθεται και το ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ κόντρα στην πρωταθλήτρια Ευρώπης τότε Μπορούσια Ντόρτμουντ.

Barcelona made in Brazil και το οριστικό διαζύγιο!

Το καλοκαίρι του 1997 τη θέση του Ρόμπσον στην τεχνική ηγεσία των «μπλαουγκράνα» παίρνει ο πολλά υποσχόμενος, Λουίς Φαν Χάαλ. Η Μπαρτσελόνα στα χέρια του πολύπειρου Ολλανδού δημιούργησε την περίφημη βραζιλιάνικη τριάδα με τον ερχομό των Ριβάλντο (ως διαδόχου του Ρονάλντο που στο μεταξύ είχε φύγει για το Μιλάνο και την Ίντερ) και Άντερσον, οι οποίοι βρήκαν στην ομάδα τον Ζιοβάνι.

Οι τρεις τους, μαζί με τον εκπληκτικό Λουίς Ενρίκε, στέρησαν από τον Στόιτσκοφ κάθε πιθανότητα συμμετοχής στην ενδεκάδα, με τον Βούλγαρο να ολοκληρώνει τη σεζόν με μόλις δυο ματς πρωταθλήματος (συνολικά 8 παιχνίδια σε όλες τις διοργανώσεις και μόλις ένα γκολ). Ήταν φανερό πως είχε έρθει η στιγμή του τελικού αποχαιρετισμού από τους «μπλαουγκράνα», για τον Βούλγαρο που στα 32 του χρόνια πλέον έβλεπε πως δεν είχε μέλλον στην ανανεωμένη Μπαρτσελόνα των Βραζιλιάνων και των Ολλανδών.

Αποφασίζει, λοιπόν, να αποχωρήσει και σε αυτό παίζει ρόλο και η αλλαγή στον τρόπο παιχνιδιού της ομάδας. Νιώθει ότι δεν είναι πια πρωταγωνιστής και το 1998 ο Βούλγαρος επέστρεψε στην ΤΣΣΚΑ Σόφιας. Τους ξέρει και τον ξέρουν, όμως ούτε στην πατρίδα του θα μείνει για πολύ.

Τα πετροδόλαρα, η Ιαπωνία και το… American Dream

Η Σαουδική Αραβία είχε αρχίσει να «ρίχνει» χρήματα στο ποδόσφαιρο και προσπαθούσε να δελεάσει ποδοσφαιριστές που είχαν κλείσει τον κύκλο τους στην Ευρώπη, ούτως ώστε να μοιράσουν λίγη από τη… μαγεία τους και στο αραβικό ποδόσφαιρο. Ο Βούλγαρος επιθετικός αποτελούσε ιδανική περίπτωση για την Αλ Νάσρ που τον έκανε «χρυσό» για να τον αποκτήσει.

Το χρήμα όμως δεν φέρνει πάντα την ευτυχία. Ο Στόιτσκοφ το κατάλαβε πιο αργά απ’ ότι έπρεπε και αποχώρησε από την Σαουδική Αραβία μη μπορώντας να αντέξει την ζωή, αποκτώντας, ωστόσο, τον τίτλο του τυχοδιώκτη. Αποφασίζει έτσι να γυρίσει όλο τον κόσμο, να κάνει αυτό που αγαπάει και φυσικά να βγάζει λεφτά. Έτσι, λοιπόν, ο δρόμος του τον έβγαλε και στην Ιαπωνία.

Τα χρήματα στην Κασίβα Ρεισόλ είναι επίσης πολλά και το επίπεδο χαμηλό. Ιδανικές δηλαδή συνθήκες για να ξεχωρίσει ακόμα και όταν είχαν περάσει τα χρόνια της δόξας. Παρά την ηλικία του θα πετύχει εύκολα 12 γκολ και θα προσελκύσει ομάδες των Η.Π.Α. που έκαναν επίσης «άνοιγμα» στην αγορά του ποδοσφαίρου.

Οι Σικάγο Φάιρς θα τον αποκτήσουν τελικά το καλοκαίρι του 2000. Εκεί ο Χρίστο Στόιτσκοφ θα διασκεδάσει αρκετά το ποδόσφαιρο. Θα παίξει σε 51 παιχνίδια και θα σκοράρει 17 φορές. Στη δύση της καριέρας του έβλεπε τα χρήματα να αυξάνονται θεαματικά στο συμβόλαιο του και αυτό φυσικά τον γέμιζε ενέργεια και αυτοπεποίθηση.  Τελικά θα κλείσει την καριέρα του στην Γιουνάιτεντ της Ουάσιγκτον, που θα του προσφέρει το τελευταίο του -κι αυτό πλουσιοπάροχο- συμβόλαιο.