O τελευταίος των… Βίκινγκ!

Ο Φρέντι Λιούνμπεργκ ήταν από τους λίγους -αν όχι ο μοναδικός- Σκανδιναβούς που μπορούσε να τα κάνει σχεδόν όλα και μάλιστα με μεγάλη ευκολία και επιτυχία.

Share it: Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα στις Βόρειες χώρες υπήρχαν κάποιοι άγριοι μαχητές που έκαναν αυτό που ήθελαν και πάντα όταν κατακτούσαν μία νέα περιοχή ή κάποιο άλλο βασίλειο το έκαναν με τη βία. Αυτοί, λοιπόν, ήταν οι Βίκιγνκ.

Στις μέρες μας οι κατακτητές από την Σκανδιναβία δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι πιο πολιτισμένοι, πιο κοντρολαρισμένοι, πιο ήπιων τόνων αν και λίγο εγωκεντρικοί λόγω… της μοϊκάνας τους.

Αλλά ακόμη και έτσι αυτοί παραμένουν κατακτητές. Όπως ο Φρέντι Λιούνμπεργκ, ο οποίος με τις αρετές του και το ταλέντο του κατάφερε να κατακτήσει όχι μόνο τις καρδιές των φίλων της Άρσεναλ, αλλά και πολλών ακόμη στο Λονδίνο και την Πρέμιερ Λιγκ, καθώς αυτά που έκανε με τη μπάλα στα πόδια του ήταν από αυτά που σίγουρα δεν τα συναντάς κάθε μέρα.

Ταλέντο από… κούνια! 

O Φρέντι Λιούνμπεργκ γεννήθηκε στις 16 Απριλίου του 1977 στη μικρή πόλη της Σουηδίας, Βίτχο, όμως, επτά χρόνια αργότερα απέκτησε αδερφό, με αποτέλεσμα οι γονείς του να θέλουν να μετακομίσουν σε μία μεγαλύτερη πόλη για το καλό και των δύο κανακαρέων τους. Έλα όμως που ο Φρέντι είχε… διαφορετική γνώμη και ούτε που ήθελε να ακούει για το Χάλμσταντ.

Γι’ αυτό το λόγο και οι γονείς του του έταξαν ότι θα τον έγραφαν στις ακαδημίες της περιοχής. Όπως και έγινε. Εκεί θα βρει τον Όλε Έρικσον, ο οποίος ήταν επικεφαλής στα τμήματα υποδομής της Χάλμσταντ και ένας από τους μεγαλύτερους σκάουτερ, καθώς εκείνος ήταν ο άνθρωπος που ανακάλυψε τον θρυλικό, Νιλς Λίντχολμ και δεν άργησε πολύ να καταλάβει ότι ο μικρός Φρέντι είχε τη στόφα του ανερχόμενου πρωταθλητή.

Και μπορεί ο Λιούνμπεργκ να ξεχώριζε και σε άλλα αθλήματα, όπως το χάντμπολ και το χόκει επί πάγου, αλλά ο Έρικσον ήταν εκείνος που τον έπεισε να ασχοληθεί πιο «ζεστά» με το ποδόσφαιρο μιας και διέκρινε σε εκείνον ένα σπάνιο ταλέντο. Έτσι, στα 17 του ο Λιούνμπεργκ έκανε ντεμπούτο με τη πρώτη ομάδα της Χάλμσταντ, όπου και τη βοήθησε σημαντικά με τα γκολ και τις ασίστ του, ώστε να κατακτήσει το πρωτάθλημα του 1997 και το Κύπελλο του 1995.

Εντυπωσίασε τον Βενγκέρ μέσω… τηλεόρασης! 

Καλοκαίρι 1998. Όλος ο καλός ο κόσμος έχει στη λίστα του τον Φρέντι Λιούνμπεργκ. Μπαρτσελόνα, Τσέλσι και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ τον βλέπουν σαν… ξερολούκουμο. Όμως τη μεγάλη κίνηση την κάνει η Άρσεναλ, όπου βγάζει από τα ταμεία της μόλις… τρία εκατομμύρια λίρες για χάρη του. Χρηματικό ποσό που για τα σημερινά δεδομένα φαντάζει… αστείο, ενώ επίσης ο τρελός Σουηδός χαφ με τις εμφανίσεις του φρόντισε άμεσα να το ξεπληρώσει.

Ωστόσο, εκεί που αξίζει να σταθεί κανείς δεν είναι ότι οι «κανονιέρηδες» τον έκαναν δικό τους. Αλλά το πώς. Ο τεχνικός της ομάδας, Αρσέν Βενγκέρ, κατά 99% συνήθιζε να βλέπει τους ποδοσφαιριστές που τον ενδιέφεραν από κοντά κατά τη διάρκεια κάποιου αγώνα.

Αυτό έγινε και με τον Λιούνμπεργκ. Απλά ο Αλσατός το έκανε από τη… τηλεόραση του σπιτιού του, όπου και είδε τον νεαρό μέσο να παίζει πολύ καλά με την εθνική ομάδα της Σουηδίας απέναντι σε εκείνη της Αγγλίας με τον αστικό θρύλο να θέλει τον Βενγκέρ να λέει πως εφόσον τα πήγε καλά κόντρα σε Άγγλους παίκτες θα μπορεί να σταθεί άνετα και στο αγγλικό πρωτάθλημα.

H καλή μέρα…

Μπορεί ο Αρσέν Βενγκέρ να είχε μερικούς ενδοιασμούς για τον Φρέντι Λιούνμπεργκ για το κατά πόσο θα μπορούσε να αντέξει στους αγγλικούς ρυθμούς, αλλά, ο ίδιος ο παίκτης δεν είχε κανένα. Κάτι που έδειξε με το… καλημέρα, αφού στο ντεμπούτο του απέναντι στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στις 20 Σεπτέμβρη του 1998 άνοιξε λογαριασμό σ’ ένα ματς που είχε επικρατήσει η Άρσεναλ με σκορ 3-0.

…από τους τελικούς φαίνεται!

Ωστόσο, ο συναγωνισμός τους «κανονιέρηδες» εκείνη την εποχή ήταν μεγάλος και όσο ταλαντούχος και αν ήταν ο Λιούνμπεργκ δυσκολευόταν να «αναπνεύσει» και να πάρει τη φανέλα βασικού στο σπίτι του. Όμως κάτι η αποχώρηση του Μανουέλ Πετίτ και του Μαρκ Όβερμαρς το καλοκαίρι του 2000, κάτι ο σοβαρός τραυματισμός του Ρόμπερτ Πιρές στο γόνατο έφεραν τον Σουηδό χαφ στην αρχική 11αδα της Άρσεναλ.

Τα υπόλοιπα τα έκανε εκείνος. Σκόραρε σε όλες τις διοργανώσεις ακατάπαυστα με την ειδικότητά του να είναι τα «μεγάλα» ματς σαν αυτά με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, την Τσέλσι και τη Λίβερπουλ. Έτσι, η σεζόν 2001-2002 τον βρήκε στο τέλος της να μετράει 17 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις. Όχι και άσχημα αν σκεφτεί κανείς ότι ήταν μέσος.

Παρόλα αυτά ο Λιούνμπεργκ γινόταν άλλος… παίκτης στους τελικούς. Όπως σε εκείνον του Κυπέλλου Αγγλίας το 2001 όταν κόντρα στην Άρσεναλ του Μάικλ Όουεν βρήκε δίχτυα και έγινε έτσι ο πρώτος παίκτης στην ιστορία του θεσμού που σκοράρει και δεν είναι Άγγλος. Βέβαια, αυτό δεν έφτασε τους Λονδρέζους για την κατάκτηση της «κούπας».

Ένα χρόνο αργότερα όμως ο Σουηδός χαφ πανηγύρισε εις… τριπλούν, καθώς και αυτός σκόραρε στον τελικό του ίδιου θεσμού απέναντι στην Τσέλσι, αλλά, έκανε και ρεκόρ γιατί κανείς άλλος παίκτης δεν είχε καταφέρει σε δύο συνεχόμενους τελικούς να βρει δίχτυα για 40 χρόνια, ενώ στο τέλος πήρε και το τρόπαιο σπίτι του, αφού η Άρσεναλ επικράτησε με σκορ 2-0.

Τα πήρε (σχεδόν) όλα και έφυγε!

Τα χρόνια περνούσαν και ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας γινόταν ολοένα και πιο αγαπητός από τον κόσμο της Άρσεναλ, καθώς από πλούσιο ταλέντο που έδειχνε κάθε φορά όλο και πιο πολύ είχε και πάθος που περίσσευε. Συστατικά που εύκολα σε κάνουν από τα πρώτα ονόματα -για καλό λόγο- στο στόμα του φίλαθλου κόσμου.

Πόσο μάλλον όταν μπορείς να σκοράρεις σε κρίσιμα ματς και να είσαι από τους βασικούς λόγους κατάκτησης πρωταθλήματος. Και τι πρωταθλήματος! Ιστορικού! Μοναδικού! Ενδεχομένως και ανεπανάληπτου! Και ενδεχομένως να καταλάβατε (;) ότι μιλάμε για εκείνο του 2004 με τους «ανίκητους» όταν η Άρσεναλ είχε αναδειχτεί πρωταθλήτρια Αγγλίας χωρίς να χάσει κανένα ματς τότε!

Ο Λιούνμπεργκ ήταν από τα βασικά στελέχη των «κανονιέρηδων» και έβαλε το όνομά στη «χρυσή» Βίβλο του ποδοσφαίρου, ενώ ένα χρόνο αργότερα πέτυχε γκολ από το σημείο του πέναλτι στον τελικό του Κυπέλλου απέναντι στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.

Ωστόσο, η μεγάλη ευκαιρία τόσο του Σουηδού χαφ όσο και των υπολοίπων συμπαικτών του ήρθε τον Μάιο του 2006 όταν έφτασαν στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τον ίδιο βασικό, αλλά, έχασαν με σκορ 2-1 από την Μπαρτσελόνα του Ροναλντίνιο και του Ετό.

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα στις Βόρειες χώρες υπήρχαν κάποιοι άγριοι μαχητές που έκαναν αυτό που ήθελαν και πάντα όταν κατακτούσαν μία νέα περιοχή ή κάποιο άλλο βασίλειο το έκαναν με τη βία. Αυτοί, λοιπόν, ήταν οι Βίκιγνκ.

Στις μέρες μας οι κατακτητές από την Σκανδιναβία δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι πιο πολιτισμένοι, πιο κοντρολαρισμένοι, πιο ήπιων τόνων αν και λίγο εγωκεντρικοί λόγω… της μοϊκάνας τους.

Αλλά ακόμη και έτσι αυτοί παραμένουν κατακτητές. Όπως ο Φρέντι Λιούνμπεργκ, ο οποίος με τις αρετές του και το ταλέντο του κατάφερε να κατακτήσει όχι μόνο τις καρδιές των φίλων της Άρσεναλ, αλλά και πολλών ακόμη στο Λονδίνο και την Πρέμιερ Λιγκ, καθώς αυτά που έκανε με τη μπάλα στα πόδια του ήταν από αυτά που σίγουρα δεν τα συναντάς κάθε μέρα.

Ταλέντο από… κούνια! 

O Φρέντι Λιούνμπεργκ γεννήθηκε στις 16 Απριλίου του 1977 στη μικρή πόλη της Σουηδίας, Βίτχο, όμως, επτά χρόνια αργότερα απέκτησε αδερφό, με αποτέλεσμα οι γονείς του να θέλουν να μετακομίσουν σε μία μεγαλύτερη πόλη για το καλό και των δύο κανακαρέων τους. Έλα όμως που ο Φρέντι είχε… διαφορετική γνώμη και ούτε που ήθελε να ακούει για το Χάλμσταντ.

Γι’ αυτό το λόγο και οι γονείς του του έταξαν ότι θα τον έγραφαν στις ακαδημίες της περιοχής. Όπως και έγινε. Εκεί θα βρει τον Όλε Έρικσον, ο οποίος ήταν επικεφαλής στα τμήματα υποδομής της Χάλμσταντ και ένας από τους μεγαλύτερους σκάουτερ, καθώς εκείνος ήταν ο άνθρωπος που ανακάλυψε τον θρυλικό, Νιλς Λίντχολμ και δεν άργησε πολύ να καταλάβει ότι ο μικρός Φρέντι είχε τη στόφα του ανερχόμενου πρωταθλητή.

Και μπορεί ο Λιούνμπεργκ να ξεχώριζε και σε άλλα αθλήματα, όπως το χάντμπολ και το χόκει επί πάγου, αλλά ο Έρικσον ήταν εκείνος που τον έπεισε να ασχοληθεί πιο «ζεστά» με το ποδόσφαιρο μιας και διέκρινε σε εκείνον ένα σπάνιο ταλέντο. Έτσι, στα 17 του ο Λιούνμπεργκ έκανε ντεμπούτο με τη πρώτη ομάδα της Χάλμσταντ, όπου και τη βοήθησε σημαντικά με τα γκολ και τις ασίστ του, ώστε να κατακτήσει το πρωτάθλημα του 1997 και το Κύπελλο του 1995.

Εντυπωσίασε τον Βενγκέρ μέσω… τηλεόρασης! 

Καλοκαίρι 1998. Όλος ο καλός ο κόσμος έχει στη λίστα του τον Φρέντι Λιούνμπεργκ. Μπαρτσελόνα, Τσέλσι και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ τον βλέπουν σαν… ξερολούκουμο. Όμως τη μεγάλη κίνηση την κάνει η Άρσεναλ, όπου βγάζει από τα ταμεία της μόλις… τρία εκατομμύρια λίρες για χάρη του. Χρηματικό ποσό που για τα σημερινά δεδομένα φαντάζει… αστείο, ενώ επίσης ο τρελός Σουηδός χαφ με τις εμφανίσεις του φρόντισε άμεσα να το ξεπληρώσει.

Ωστόσο, εκεί που αξίζει να σταθεί κανείς δεν είναι ότι οι «κανονιέρηδες» τον έκαναν δικό τους. Αλλά το πώς. Ο τεχνικός της ομάδας, Αρσέν Βενγκέρ, κατά 99% συνήθιζε να βλέπει τους ποδοσφαιριστές που τον ενδιέφεραν από κοντά κατά τη διάρκεια κάποιου αγώνα.

Αυτό έγινε και με τον Λιούνμπεργκ. Απλά ο Αλσατός το έκανε από τη… τηλεόραση του σπιτιού του, όπου και είδε τον νεαρό μέσο να παίζει πολύ καλά με την εθνική ομάδα της Σουηδίας απέναντι σε εκείνη της Αγγλίας με τον αστικό θρύλο να θέλει τον Βενγκέρ να λέει πως εφόσον τα πήγε καλά κόντρα σε Άγγλους παίκτες θα μπορεί να σταθεί άνετα και στο αγγλικό πρωτάθλημα.

H καλή μέρα…

Μπορεί ο Αρσέν Βενγκέρ να είχε μερικούς ενδοιασμούς για τον Φρέντι Λιούνμπεργκ για το κατά πόσο θα μπορούσε να αντέξει στους αγγλικούς ρυθμούς, αλλά, ο ίδιος ο παίκτης δεν είχε κανένα. Κάτι που έδειξε με το… καλημέρα, αφού στο ντεμπούτο του απέναντι στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στις 20 Σεπτέμβρη του 1998 άνοιξε λογαριασμό σ’ ένα ματς που είχε επικρατήσει η Άρσεναλ με σκορ 3-0.

…από τους τελικούς φαίνεται!

Ωστόσο, ο συναγωνισμός τους «κανονιέρηδες» εκείνη την εποχή ήταν μεγάλος και όσο ταλαντούχος και αν ήταν ο Λιούνμπεργκ δυσκολευόταν να «αναπνεύσει» και να πάρει τη φανέλα βασικού στο σπίτι του. Όμως κάτι η αποχώρηση του Μανουέλ Πετίτ και του Μαρκ Όβερμαρς το καλοκαίρι του 2000, κάτι ο σοβαρός τραυματισμός του Ρόμπερτ Πιρές στο γόνατο έφεραν τον Σουηδό χαφ στην αρχική 11αδα της Άρσεναλ.

Τα υπόλοιπα τα έκανε εκείνος. Σκόραρε σε όλες τις διοργανώσεις ακατάπαυστα με την ειδικότητά του να είναι τα «μεγάλα» ματς σαν αυτά με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, την Τσέλσι και τη Λίβερπουλ. Έτσι, η σεζόν 2001-2002 τον βρήκε στο τέλος της να μετράει 17 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις. Όχι και άσχημα αν σκεφτεί κανείς ότι ήταν μέσος.

Παρόλα αυτά ο Λιούνμπεργκ γινόταν άλλος… παίκτης στους τελικούς. Όπως σε εκείνον του Κυπέλλου Αγγλίας το 2001 όταν κόντρα στην Άρσεναλ του Μάικλ Όουεν βρήκε δίχτυα και έγινε έτσι ο πρώτος παίκτης στην ιστορία του θεσμού που σκοράρει και δεν είναι Άγγλος. Βέβαια, αυτό δεν έφτασε τους Λονδρέζους για την κατάκτηση της «κούπας».

Ένα χρόνο αργότερα όμως ο Σουηδός χαφ πανηγύρισε εις… τριπλούν, καθώς και αυτός σκόραρε στον τελικό του ίδιου θεσμού απέναντι στην Τσέλσι, αλλά, έκανε και ρεκόρ γιατί κανείς άλλος παίκτης δεν είχε καταφέρει σε δύο συνεχόμενους τελικούς να βρει δίχτυα για 40 χρόνια, ενώ στο τέλος πήρε και το τρόπαιο σπίτι του, αφού η Άρσεναλ επικράτησε με σκορ 2-0.

Τα πήρε (σχεδόν) όλα και έφυγε!

Τα χρόνια περνούσαν και ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας γινόταν ολοένα και πιο αγαπητός από τον κόσμο της Άρσεναλ, καθώς από πλούσιο ταλέντο που έδειχνε κάθε φορά όλο και πιο πολύ είχε και πάθος που περίσσευε. Συστατικά που εύκολα σε κάνουν από τα πρώτα ονόματα -για καλό λόγο- στο στόμα του φίλαθλου κόσμου.

Πόσο μάλλον όταν μπορείς να σκοράρεις σε κρίσιμα ματς και να είσαι από τους βασικούς λόγους κατάκτησης πρωταθλήματος. Και τι πρωταθλήματος! Ιστορικού! Μοναδικού! Ενδεχομένως και ανεπανάληπτου! Και ενδεχομένως να καταλάβατε (;) ότι μιλάμε για εκείνο του 2004 με τους «ανίκητους» όταν η Άρσεναλ είχε αναδειχτεί πρωταθλήτρια Αγγλίας χωρίς να χάσει κανένα ματς τότε!

Ο Λιούνμπεργκ ήταν από τα βασικά στελέχη των «κανονιέρηδων» και έβαλε το όνομά στη «χρυσή» Βίβλο του ποδοσφαίρου, ενώ ένα χρόνο αργότερα πέτυχε γκολ από το σημείο του πέναλτι στον τελικό του Κυπέλλου απέναντι στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.

Ωστόσο, η μεγάλη ευκαιρία τόσο του Σουηδού χαφ όσο και των υπολοίπων συμπαικτών του ήρθε τον Μάιο του 2006 όταν έφτασαν στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ με τον ίδιο βασικό, αλλά, έχασαν με σκορ 2-1 από την Μπαρτσελόνα του Ροναλντίνιο και του Ετό.

Από εκεί και πέρα τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Ούτε για τον ίδιο τον Λιούνμπεργκ, ούτε και για την Άρσεναλ. Ο Σουηδός Βίκινγκ είχε φτάσε σε σημείο να αγωνίζεται ελάχιστα και αυτό περισσότερο λόγω των τραυματισμών του που ήταν συνεχόμενοι και λιγότερο λόγω της ηλικίας του.

Έτσι, το καλοκαίρι του 2007 οι δρόμοι τους χώρισαν μετά από εννιά χρόνια. Αλλά με τους φίλους των Λονδρέζων να τον θυμούνται πάντα κάπως έτσι.

West Ham… calling!

To Λονδίνο είχε… μέλι για τον Φρέντρικ Λιούνμπεργκ και μπορεί να είχε φύγει για την Άρσεναλ, αλλά, παρέμεινε στην αγγλική πρωτεύουσα για χάρη της Γουέστ Χαμ. Ο Σουηδός παίκτης είχε υπογράψει συμβόλαιο για τέσσερα χρόνια με τα «σφυριά», όμως, οι συνεχόμενοι τραυματισμοί (κάναμε spoil λίγο πιο πάνω) δεν του επέτρεψαν ποτέ να βρει τον εαυτό του και να δείξει τη πραγματική του αξία.

Παράλληλα το συμβόλαιό του ήταν «τσουχτερό» για τις τάξεις της Γουέστ Χαμ και έτσι το καλοκαίρι του 2008 η συνεργασία τους έληξε με… άδοξο τρόπο, αφού και οι δύο πλευρές θέλησαν να «σπάσουν» το συμβόλαιο.

O Σουηδός… Κολόμβος!

Καλοκαίρι 2008. Ήδη το MLS έχει φέρει τον Ντέιβιντ Μπέκαμ και έχει γίνει θέμα συζήτησης τόσο στα διεθνή ΜΜΕ όσο και στα χείλη των ανυποψίαστων Αμερικάνων πολιτών, οι οποίοι αποκτούν σιγά- σιγά λόγω «Μπεκς» μία επαφή τρίτου… τύπου με το «soccer».

Μίλαν, Ίντερ, Πόρτσμουθ έδειχναν «ζεστές» για τον Λιούνμπεργκ, αλλά, ο πρώην «»κανονιέρης» δεν μπορούσε να ρίξει… πιστόλι στην πρόταση από τους Σιάτλ Σάουντερς που του πρόσφεραν συμβόλαιο αντάξιο του Μπέκαμ με τις απολαβές του Σουηδού χαφ να φτάνουν τα δέκα εκατομμύρια δολάρια για δύο χρόνια.

Ο έμπειρος παίκτης εν τέλει έδωσε τα χέρια με τους Αμερικάνους και δεν του ήταν δύσκολο να κερδίσει τις καρδιές τους, λόγω της κλάσης του και της ποιότητάς, με τους τραυματισμούς να μην… λείπουν.

Ωστόσο, μία από τις πιο σημαντικές στιγμές του Λιούνμπεργκ στις ΗΠΑ ήταν όταν ο κόσμος τον ανέδειξε πρώτο σε ψήφους για το All Star Game. Ακόμη ένα δείγμα της αγάπης που του έτρεφαν οι «Γιάνκηδες». Όμως στο εν λόγω ματς ο Σκανδιναβός ποδοσφαιριστής ήταν στο επίκεντρο για ένα θέμα υγείας του, καθώς κάποιες ημικρανίες δεν του επέτρεπαν να δει καθαρά στο συγκεκριμένο παιχνίδι, με αποτέλεσμα όταν αυτό πήγε στα πέναλτι και έπρεπε να σουτάρει να αστοχήσει (όπως είχε πει ο ίδιος δεν έβλεπε σχεδόν καθόλου), στέλνοντας τη μπάλα στο κέντρο.

Αλλά ο Τιμ Χάουαρντ τον «διάβασε» και μπλόκαρε το σουτ του και στη συνέχεια ο Λιούνμπεργκ έφυγε για το νοσοκομείο πάνω σε φορείο.

Όπου Γης και… πατρίς

Μετά την Άρσεναλ ο Λιούνμπεργκ δεν μπορούσε να βρει μια σχέση… διαρκείας με κάποια ομάδα. Το ταβάνι του ήταν ένας χρόνος. Όπως έγινε σε Γουέστ Χαμ και στην ομάδα του Σιάτλ.

Από εκεί ο Σουηδός πήρε τη βαλίτσα του και μετακόμισε στο Σικάγο για χάρη των Φάιερ, όπου τους υπηρέτησε μόλις για έξι μήνες πραγματοποιώντας 15 εμφανίσεις και δύο γκολ. Τον Δεκέμβριο του 2010 τον βρίσκουμε στη Σκωτία, όπου και πέρασε από… casting μιας εβδομάδας, ώστε να πείσει τους ανθρώπους της Σέλτικ ότι μπορούν να τον εμπιστευτούν. Όπως και έγινε.

Και μπορεί οι Κέλτες να έχουν καλή παράδοση με τους Σουηδούς (βλέπε Χένρικ Λάρσον), αλλά, η σχέση του Λιούνμπεργκ μαζί τους δεν ήταν ανάλογη με εκείνη του συμπατριώτη και έτσι οι οκτώ εμφανίσεις με το τριφύλλι στο σήμα έχουν χαρακτήρα… συλλεκτικό.

Τον Σεπτέμβριο του 2011 θα υπογράψει με τη Σιμίζου Ες Πουλς τη φανέλα της οποίας φόρεσε οκτώ φορές με τις δύο πλευρές να σταματάνε τη συνεργασία τους στις 14 Φεβρουαρίου του 2012.

Κάπου εκεί πρέπει να κατάλαβε ο Λιούνμπεργκ πως το πλήρωμα του χρόνου είχε έρθει για εκείνον, με αποτέλεσμα στις 24 Αυγούστου του 2012 απλά να ανακοινώσει το αναμενόμενο: το τέλος.

Αν και η ιστορία έδειξε πως δεν ήταν ακριβώς τέλος, αλλά, μία μεγάλη παύση ανάμεσα στον Λιούνμπεργκ και τους αγωνιστικούς χώρους, καθώς στις 25 Ιουλίου του 2014 ανακοίνωσε την επιστροφή του σε αυτούς με τη φανέλα της Μουμπάι Σίτι που εδρεύει στην Ινδία. Τι το ήθελε όμως; Δεν πρόλαβε να φορέσει εξάταπα και σορτσάκι και τσουπ τραυματισμός. Στη πλάτη.

Ο Σουηδός είχε γίνει πιο εύθραυστος και από κρύσταλλο Βοημίας και αφού έβλεπε ότι περισσότερο χρόνο σπαταλάει με τους γιατρούς παρά με τους συμπαίκτες του ύστερα από τέσσερις εμφανίσεις με τη Μουμπάι Σίτι έλυσε το συμβόλαιό του μαζί της, καθώς περισσότερο θύμιζε μασκότ της και όχι παίκτη της και επέστρεψε στο αγαπημένο του Λονδίνο και το πολυτελέστατο σπίτι του. Όχι και άσχημα ε;