Βασίλης Σπανούλης: Ένας αληθινός ηγέτης

Το Debut.gr θυμάται την πορεία ενός από τους πιο εμβληματικούς αρχηγούς όλων των εποχών, αυτή του Βασίλη Σπανούλη.

Share it: Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+

Το Debut.gr βάζει στο μικροσκόπιο την πορεία ενός κορυφαίου καλαθοσφαιριστή, ο οποίος αποτελεί έναν από τους καλύτερους όλων των εποχών στην Ευρώπη και δικαίως διότι κατάφερε να γίνει σημείο αναφοράς με τις εμφανίσεις του αλλά και την προσωπικότητα του σε όποια ομάδα και αν αγωνίστηκε. Για όσους δεν έχουν καταλάβει αναφερόμαστε στον σημερινό ηγέτη των «ερυθρόλευκων» Βασίλη Σπανούλη, ο οποίος γεννήθηκε στις 7 Αυγούστου του 1982 στην πόλη της Λάρισας.

Who is who

Όπως κατά καιρούς έχουν ομολογήσει άνθρωποι του μπάσκετ, άνθρωποι από το οικογενειακό του περιβάλλον αλλά και ο ίδιος, από μικρό παιδί ζούσε για το μπάσκετ. Το μπάσκετ δεν ήταν για εκείνον απλά μια εκτόνωση αλλά τρόπος ζωής. Αυτό δεν το αναφέρουμε τυχαία.

Ο Βασίλης Σπανούλης ήταν παιδί το οποίο «μεγάλωσε» απότομα διότι σε πολύ μικρή ηλικία έχασε τον πατέρα του. Όπως είναι φυσιολογικό, η εξέλιξη αυτή τον ταρακούνησε -όπως και την οικογένεια του- ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν τον απέσπασε από τον στόχο του. Ποιος ήταν αυτός; Να γίνει κορυφαίος του αθλήματος. Άλλωστε αυτό ήταν κάτι που είχε υποσχεθεί στον εκλιπόντα πατέρα του, Αθανάσιο. Αποτελεί άνθρωπο ο οποίος παλεύει καθημερινά για να γίνεται καλύτερος και να κατακτά κορυφές. Και από κορυφές ξέρει πολύ καλά.

Μαζί με τον αδερφό του έγιναν στήριγμα για την μητέρα τους και κατάφεραν να την κάνουν περήφανη. Σήμερα έχει μια αξιοζήλευτη οικογένεια, αφού έχει παντρευτεί το γνωστό πρώην μοντέλο, Ολυμπία Χοψωνίδου και έχει αποκτήσει μαζί της 4 παιδιά.

Το βάπτισμα του πυρός

Για να επικεντρωθούμε όμως στο καθαρά αγωνιστικό κομμάτι, πρέπει να αναφέρουμε πως ο Βασίλης Σπανούλης αγωνίστηκε κατά σειρά στον ΓΣ Λάρισας, το Μαρούσι, τον Παναθηναϊκό , τους Houston Rockets και τον Ολυμπιακό.

Ο Γυμναστικός Σύλλογος Λάρισας στον οποίο και αγωνίστηκε από το 1999-2001, αποτέλεσε την απαρχής μιας συνεχούς και αυξανόμενης ανοδικής πορείας για τον ίδιο. Ακολούθησε το 2001 η μεταγραφή του στην ομάδα του Αμαρουσίου με την οποία συστήθηκε στην Α1 και στο ευρύ κοινό. Οι συστάσεις οφείλουμε να ομολογήσουμε πως αποδείχτηκαν περιττές.

Την πρώτη του σεζόν στη ομάδα των Βορείων Προαστίων ήταν από τους βασικούς πρωταγωνιστές ώστε να καταφέρει η ομάδα του να φτάσει έως τον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας. Μπορεί να μην το κατέκτησε όμως το σημαντικό είναι πως το Μαρούσι πέτυχε για πρώτη φορά μια τέτοια συμμετοχή. Η επόμενη σεζόν ήταν εκείνη που έμελλε να πρωταγωνιστήσει και σε ευρωπαϊκό επίπεδο αφού οδήγησε την ομάδα του στα ημιτελικά του Eurochallenge, ταυτόχρονα όμως αναδείχτηκε και ως «Καλύτερος Νέος Παίχτης της Χρονιάς» στην Α1.

Η διετία 2003-2005 ήταν η καλύτερη για τον Kill Bill αφού αφενός μεν συμμετείχε με την ομάδα του στους τελικούς της Α1 χωρίς όμως να τους κατακτήσει αφού Πρωταθλητής στέφθηκε ο Παναθηναϊκός.  Η χρονιά του όμως ήταν εκείνη του 2004-2005 αφού σε 25 αγώνες στην πρώτη τη τάξει κατηγορία είχε μέσο όρο 15.9 πόντους και το εκπληκτικό 37.8 % σε σουτ τριών πόντων. Στο EuroCup, σε 12 αγώνες είχε 15 πόντους μέσο όρο και 40% στα τρίποντα. Σημειωτέων πως το 2004 επιλέχθηκε ως 50η επιλογή στον 2ο γύρου του NBA DRAFT.

Το πράσινο κεφάλαιο

Όπως είναι απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο μετά από τα όσα πέτυχε στο πέρασμα του από το Μαρούσι, ακολούθησε μια πολύ μεγάλη μεταγραφή για τον ίδιο αφού το έμπειρο μάτι του Ζέλικο Ομπράντοβιτς αμέσως τον ξεχώρισε και του έδωσε την ευκαιρία να δοκιμαστεί σε μια πολύ μεγάλη και ιστορική ομάδα όπως είναι αυτή του Παναθηναϊκού.

Στην πρώτη του χρονιά με τα πράσινα, κατέκτησε το νταμπλ στην Ελλάδα και διατήρησε τα ποσοστά του σε πολύ υψηλά επίπεδα αφού σε 28.8 λεπτά μέσο όρο, είχε 14.6 πόντους, 3.1 ασίστ, 2.0 ριμπάουντ και 1.4 κλεψίματα  σε συνολικά 23 παιχνίδια. Ακόμα, εκτελούσε με 61.8% στα δίποντα και 36.8 % στα τρίποντα. Μετά το τέλος της σεζόν ψηφίστηκε από τη FIBA ως ο 7ος καλύτερος Ευρωπαίος στον κόσμο.

Η άλλη μεριά του Ατλαντικού

Η σεζόν 2006-2007 ήταν εκείνη στην οποία ο V-Span έκανε το όνειρο κάθε καλαθοσφαιριστή πραγματικότητα. Ποιο είναι αυτό; Μα φυσικά να αγωνιστεί στο ΝΒΑ. Οι Houston Rockets του έδωσαν την ευκαιρία αυτή και τον πίστεψαν. Το τελευταίο φάνηκε από το γεγονός πως πλήρωσαν οι ίδιοι την ρήτρα αποδέσμευσης του από τον Παναθηναϊκό, ύψους 400.000 δολαρίων.

Η παραμονή του εκεί όμως δεν ήταν ανώδυνη διότι παρουσιάστηκαν προβλήματα με τον τότε προπονητή του σχετικά με τον μικρό χρόνο συμμετοχής του. Υπήρξαν τότε και δηλώσεις του προπονητή του ο οποίος μεταξύ άλλων ανέφερε πως ο Σπανούλης γυρνάει στην χώρα του και λέει πως είναι ο  Τρέισι Μαγκρέιντι. Εν συνεχεία , δόθηκε ως αντάλλαγμα στους Σαν Αντόνιο Σπερς οι οποίοι όμως το καλοκαίρι του 2007 τον άφησαν ελεύθερο.

Και κάπου εδώ, μπήκε στη ζωή του διεθνούς γκαρντ και πάλι το κεφάλαιο «Παναθηναϊκός». Οι Πρωταθλητές Ελλάδας του έδωσαν το ρόλο του shooting guard αλλά και του playmaker στο πλευρό του Δημήτρη Διαμαντίδη, ο οποίος διένυε τότε ίσως την καλύτερη περίοδο της καριέρας του. Η καλύτερη του σεζόν όμως με την φανέλα των «πρασίνων» ήταν εκείνη του 2008-2009. Τόσο ομαδικά όσο και ατομικά. Εκείνη τη χρονικά κατέκτησε το Triple Crown και αναδείχθηκε ως ο MVP του Final-4 της Eυρωλίγκα αλλά και ως MVP  της Α1.

Η «προδοσία» και η πρόκληση του Ολυμπιακού

Το καλοκαίρι του 2010 , ο Βασίλης Σπανούλης πήρε την πιο δύσκολη αλλά συνάμα πιο τολμηρή απόφαση της καριέρας του. Αυτή ήταν να μετακομίσει στο «ερυθρόλευκο» στρατόπεδο για λογαριασμό του αιώνιου αντιπάλου, Ολυμπιακού .

Όπως δήλωσε λίαν προσφάτως ο ίδιος σε ντοκιμαντέρ που ετοίμασε η Ευρωλίγκα προς τιμήν του, ο λόγος της επιλογής αυτής ήταν πως ήθελε να ηγηθεί μιας ομάδας η οποία προσπαθούσε να φτάσει στην κορυφή. Συγκεκριμένα , ισχυρίστηκε πως από μικρό παιδί τον εξίταρε να βρίσκεται σε ομάδες που προσπαθούσαν να γίνουν πρώτες.

Τα όσα κατάφερε στην ομάδα του Πειραιά είναι πολλά και σίγουρα γνωστά. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει να τα βάλουμε σε μια σειρά.

Το ντεμπούτο μπροστά στο ερυθρόλευκο κοινό πραγματοποιήθηκε σε αγώνα εναντίον της Ρεάλ, όπου η ομάδα του κατάφερε να επικρατήσει με 82-66. Μάλιστα σε εκείνον τον αγώνα σημείωσε 16 πόντους ενώ μοίρασε και 7 ασσίστ. Το πρώτο κομμάτι της χρονιάς εκείνης κρίθηκε επιτυχημένο αφού ο Ολυμπιακός τερμάτισε πρώτος στην κανονική διάρκεια και μάλιστα αήττητος. Όμως ο Ολυμπιακός τελικά δεν κέρδισε το πρωτάθλημα αφού ηττήθηκε με 3-1 στην σειρά των τελικών ενώ προηγουμένως είχε αποκλειστεί με το ίδιο σκορ νικών από το Final Four, στη φάση των 8 ενάντια στην Σιένα .

Η επόμενη σεζόν (2011-2012) αποτέλεσε ορόσημο τόσο για την ιστορία του συλλόγου όσο και για τον ίδιο τον Βασίλη Σπανούλη. Η διοίκηση της ΚΑΕ πήρε μια γενναία απόφαση μείωσης του προϋπολογισμού και υιοθέτησε ένα καινούργιο μοντέλο το οποίο εστίαζε στην στήριξη και την δημιουργία ενός ελληνικού κορμού ο οποίος θα πλαισιωθεί από έμπειρους αθλητές μακριά όμως από τα υπέρογκα χρηματικά ποσά που είχαν δαπανηθεί τα προηγούμενα χρόνια.

Κωνσταντινούπολη-Λονδίνο: Ένα τσιγάρο δρόμος

Ο Ολυμπιακός στηρίχθηκε στους Σπανούλη, Μάντζαρη, Σλούκα, Παπανικολάου, Πρίντεζη και Χάινς και στο μέσο της περιόδου προστέθηκαν ο έμπειρος Λο και ο αθλητικός σέντερ Ντόρσι. Όλοι αυτοί βέβαια υπό τις οδηγίες του «σοφού» Ντούσαν Ίβκοβιτς. Και κάπως έτσι ο Ολυμπιακός από την αβεβαιότητα βρέθηκε πρωταγωνιστής στο λεγόμενο «θαύμα» της Κωνσταντινούπολης.

Μετά από ένα εκπληκτικό 3-1 στις νίκες στην φάση των «8» της Ευρωλίγκα εναντίον του φαβορί της σειράς Σιένα, ο Ολυμπιακός συμμετείχε στο Final Four μαζί με τις Barcelona, Παναθηναϊκό και ΤΣΣΚΑ. Αφού λοιπόν πραγματοποίησε εκπληκτική εμφάνιση εναντίον της ομάδας της Καταλονίας –με έναν εκπληκτικό Βασίλη Σπανούλη- βρέθηκε στον τελικό αντίπαλος με την «Ρωσική Αρκούδα». Η ιστορία γνωστή, ο Ολυμπιακός βρέθηκε να χάνει με 19 πόντους, γύρισε το παιχνίδι και έπειτα από ασίστ του Βασίλη Σπανούλη, ο Γιώργος Πρίντεζης με το «πεταχτάρι» στην λήξη του ματς έστειλε τον Ολυμπιακό στην Κορυφή της Ευρώπης. Και όλα αυτά, σε μια χρονιά κατά την οποία είχε χαρακτηριστεί ως επιτυχία η συμμετοχή της ομάδας του Πειραιά στον Top-16. Ο αρχηγός του Ολυμπιακού ανακηρύχθηκε και ως MVP του Final-Four της Κωνσταντινούπολης.

To «άστρο» του Ολυμπιακού συνεχίστηκε και στο πρωτάθλημα αφού κατάφερε να επικρατήσει με 3-2 νίκες εναντίον του αιωνίου αντιπάλου και να στεφθεί πρωταθλητής ύστερα από πάρα πολλά χρόνια. Στα 5 αυτά παιχνίδια, ο guard των Πειραιωτών σημείωσε συνολικά 66 πόντους και μοίρασε 24 ασσίστ.

Η σεζόν 2012-2013 ήταν μια χρόνια η οποία άφησε πίσω της τόσο στην ομάδα όσο και στον παίχτη περίεργα συναισθήματα. Στο πρωτάθλημα ο Ολυμπιακός τερμάτισε πρώτος στην κανονική διάρκεια ενώ στην Ευρωλίγκα πέτυχε και πάλι την είσοδο του στο Final Four του Λονδίνου αφού στα προημιτελικά απέκλεισε με 3-2 νίκες την Εφές. Εν συνεχεία στο Λονδίνο κατάφερε να γίνει η τρίτη ομάδα στην ιστορία της διοργάνωσης που πραγματοποιεί back-to-back κατακτήσεις (είχαν προηγηθεί η Γιουγκοπλάστικα και η Μακάμπι). Στα ημιτελικά υπέταξε την ΤΣΣΚΑ και πάλι με 69-52 ενώ στον τελικό κέρδισε την «Βασίλισσα» Ρεάλ με 100-88 σε ένα παιχνίδι που περισσότερο έμοιαζε με αντίστοιχο ΝΒΑ. Μάλιστα, το πρώτο ημίχρονο του τελικού βρήκε τον αρχηγό του Ολυμπιακού χωρίς πόντο ωστόσο στο δεύτερο ημίχρονο αποφάσισε να «καθαρίσει». Πως το έκανε αυτό; Πετυχαίνοντας 5 τρίποντα. Το τελευταίο του τρίποντο σημειώθηκε λίγο μπροστά από το κέντρο και αποτέλεσε την χαριστική βολή για τους Μαδριλένους. Αξίζει αν σημειωθεί πως το τέλος του πρώτου δεκαλέπτου, βρήκε τον Ολυμπιακό να είναι πίσω στο σκορ με 10-27. Αυτό σημαίνει πως στα επόμενα τρία δεκάλεπτα, η ομάδα του Γιώργου Μπαρτζώκα σημείωσε 90 πόντους.

«Μεθυσμένος» από το νέκταρ της επιτυχίας , γυρνώντας στην Ελλάδα ο Ολυμπιακός πήρε ένα πολύ σκληρό μάθημα από τον αιώνιο αντίπαλο του στην διάρκεια των τελικών. Ηττήθηκε με 3-0 νίκες –οι 2 μέσα στο ΣΕΦ- και έχασε το πρωτάθλημα και την ευκαιρία για δεύτερο συνεχόμενο νταμπλ. Οι «ερυθρόλευκοι» σε εκείνα τα παιχνίδια παρουσιάστηκαν χωρίς ενέργεια, κουρασμένοι, χωρίς πάθος και όρεξη για να πετύχουν μια ακόμα διάκριση ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που αναφέρουν πως σε κάποιο βαθμό υποτίμησαν τον αντίπαλο τους.

Η αμφισβήτηση

Η χρονιά που ακολούθησε (2013-2014), ήταν ίσως η χειρότερη χρονιά του Βασίλη Σπανούλη και της ομάδας του και σίγουρα εφάμιλλη με την σεζόν 2010-2011. Ο αρχηγός του Ολυμπιακού δεν γεύτηκε κάποιον τίτλο αφού η ομάδα του Πειραιά έχασε πρωτάθλημα και κύπελλο από τον Παναθηναϊκό και αποκλείστηκε από το Final Four με 3-2 από την Ρεάλ Μαδρίτης.

Η επόμενη χρονιά , ήταν η χρονιά επιστροφής στους τίτλους για τους «ερυθρόλευκους». Ο Γιώργος Μπαρτζώκας απομακρύνθηκε από τον πάγκο και τον διαδέχθηκε ο Γιάννης Σφαιρόπουλος. Ο Ολυμπιακός κατάφερε μετά το αλήστου μνήμης τρίποντο του Πρίντεζη στον τελευταίο αγώνα της σειράς με την Μπαρτσελόνα να περάσει στους 4 της  Ευρώπης και να τεθεί αντιμέτωπος και πάλι στα ημιτελικά με την ΤΣΣΚΑ.

Ο Βασίλης Σπανούλης σε εκείνο το παιχνίδι έκανες ίσως την χειρότερη εμφάνισης της καριέρας του σε 37 λεπτά παιχνιδιού. Όμως στα τελευταία 3 λεπτά αποφάσισε πως ήθελε να παίξει η ομάδα του στον τελικό, πήρε το όπλο του και με 11 πόντους μέσα από μεγάλα και δύσκολα σουτ, έστειλε την ομάδα του στον τελικό για να ηττηθεί εκείνη όμως από την Ρεάλ. Στο πρωτάθλημα όμως τα πράγματα ήταν καλύτερα αφού ο Ολυμπιακός κέρδισε με 3-0 στους τελικούς τον Παναθηναϊκό και επέστρεψε στην κορυφή.

Οι τελικοί της… ταχυκαρδίας

Η περυσινή σεζόν θα μείνει για πάντα αξέχαστη σε όλους, ιδιαίτερα όμως στον Βασίλη Σπανούλη διότι αποτέλεσε την σφραγίδα της απόφασης που πήρε 6 χρόνια πριν. Η ιστορία γνωστή σε όλους μας. Την πολύ κακή σεζόν στην Ευρωλίγκα διαδέχθηκε το άστρο του δεύτερου σκόρερ της διοργάνωσης. Στους τελικούς με τον Παναθηναϊκό, ο Ολυμπιακός υπέστη break. Στον δεύτερο τελικό, ο Βασίλης Σπανούλης με τρίποντο στην εκπνοή έδωσε την νίκη στην ομάδα του Πειραιά. Οι «ερυθρόλευκοι» ξετύλιξαν το δώρο του αρχηγού τους και πέρασαν –στον επόμενο αγώνα- μπροστά στις νίκες με 2-1.

Κάπως έτσι οδηγηθήκαμε στον τέταρτο τελικό του ΟΑΚΑ, όπου ο Βασίλης Σπανούλης απέναντι σε ένα διαχρονικά εχθρικό κλίμα γι’ αυτόν έδωσε μια ακόμα μεγάλη παράσταση. Αφού ήταν καθοριστικός σε όλο το παιχνίδι, αποφάσισε να «σκοτώσει» και πάλι την πρώην ομάδα του με τρίποντο στα 1.9 πριν το τέλος της δεύτερης παράτασης πάνω στην εκπληκτική άμυνα του Δημήτρη Διαμαντίδη. Ήταν εκπληκτικός σε όλη την σειρά διότι πέτυχε 15, 15, 22 και 26 πόντους αντίστοιχα.

Το κεφάλαιο της Εθνικής

Όμως  ο Σπανούλης έχει πετύχει ακόμα περισσότερα στην καριέρα του και με την φανέλα της Εθνικής Ομάδας. Κατέκτησε το δεύτερο χρυσό μετάλλιο στην ιστορία της στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2005. Σημαντικότερη ήταν, όμως, η προσφορά του στο ασημένιο μετάλλιο, στο Μουντομπάσκετ του 2006, σημειώνοντας δε, 22 πόντους, σε εκείνο το ανεπανάληπτο παιχνίδι, στα ημιτελικά της διοργάνωσης κόντρα στις ΗΠΑ, το οποίο και είχε κερδίσει η Ελλάδα, με 101-95. Στη συνέχεια κατέκτησε κι ένα χάλκινο μετάλλιο, στο Ευρωμπάσκετ του 2009, χρονιά που πολλοί Έλληνες παίχτες απουσίαζαν με τραυματισμούς. Συμπεριλήφθηκε και στην καλύτερη πεντάδα της διοργάνωσης.

Συμπερασματικά, οφείλουμε να παραδεχθούμε πως ο Βασίλης Σπανούλης αποτελεί ένα σύγχρονο θρύλο του Ελληνικού και Ευρωπαϊκού Μπάσκετ αλλά και ένα στολίδι για τον ελληνικό αθλητισμό. Στην καριέρα του πέτυχε πολλά και αυτή τη στιγμή αποτελεί τον δεύτερο σκόρερ της Ευρωλίγκα. Προσωπική άποψη του γράφοντος είναι πως αξίζει να πάρει μια θέση δίπλα σε ιερά τέρατα του παρελθόντος όπως ο Γκάλης, ο Γιαννάκης, ο Χριστοδούλου, ο Παπαλουκάς και ο Διαμαντίδης. Είναι από τους παίκτες που χαίρεσαι να τους βλέπεις, που μας χάρισαν στιγμές και στιγμές και που παρακίνησαν πολλά νέα παιδιά να ασχοληθούν με το άθλημα που μας έχει κάνει περήφανους περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο.

ΥΓ . Σας παραπέμπω στην συνέντευξη τύπου μετά το τελευταίο παιχνίδι στο ΟΑΚΑ των περυσινών τελικών για να θαυμάσετε τις προσωπικότητες και τα λεγόμενα των δύο σύγχρονων κορυφαίων του ελληνικού μπάσκετ.

ΥΓ 2. Έγραψαν ιστορία διότι εκτός από ταλέντο είχαν όρεξη για δουλειά και αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για μικρούς και μεγάλους.

ΥΓ 3. Καλό θα ήταν να τους σεβόμαστε γιατί σιγά σιγά τους χάνουμε και δεν θα έχουμε καταλάβει τι μας αξίωσε ο θεός να δούμε και να θαυμάσουμε.